ASGARD – Ragnarøkkr – Η επιστροφή των Ιταλών παραμυθάδων

Υπάρχει θεός στο μουσικό σύμπαν μιας και έχουμε επιστροφή των Ιταλών ASGARD, 20 χρονάκια μετά το άλμπουμ τους του 2000.

Τόσο στα δύο τους demo, όσο και στο “Götterdämmerung” του 91 αλλά και στα επόμενα “Esoteric Poem” (1992), “Arkana” (1992), η μπάντα έχει βαδίσει σταθερά στο Neo Prog meets Progressive Metal meets Folk μονοπάτι.

Οι περισσότεροι τους μάθαμε με το “Imago Mundi” του 1993 -για πολλούς το καλύτερο τους άλμπουμ-. Με αυτόν τον δίσκο κλείνει η πορεία των τεσσάρων δίσκων στην αγαπημένη μας Music Is Intelligence.

Το “Drachenblut” που έσκασε μύτη το 2000 ήταν επίσης ένας ενδιαφέρον δίσκος, που βρήκε δύο από τα βασικά μέλη να έχουν μετακομίσει Γερμανία και το σχήμα να βγαίνει στο προσκήνιο με αλλαγές στο line up. Από εκεί και μετά όμως: σιγή δορυφόρου.

Με το “Ragnarøkkr” η μπάντα συνεχίζει να ξετυλίγει το μουσικό της κουβάρι 20 χρόνια μετά. Ένα υπέροχο άλμπουμ γεμάτο μελωδία, γεμάτο ζεστά folk περάσματα πάνω σε μια λυρική Neo Prog βάση, με τις κιθάρες να γίνονται βαρύτερες εκεί που πρέπει αφήνοντας χώρο τόσο για Prog Metal προσεγγίσεις, όσο και για πιο Heavy Metal θέματα σε σημεία. Ένα πανέμορφο μουσικό παραμύθι για να το πω απλά.

Κυκλοφορεί 15 Μαΐου στην Pride & Joy Music.

BLACK SWORD THUNDER ATTACK – March Of The Damned (No Remorse Records)

Είναι μια από τις πολύ λίγες περιπτώσεις που οι λέξεις φαντάζουν φτωχές και ναι το δηλώνω ξεκάθαρα και με ευθύτητα πως πραγματικά δυσκολεύομαι να μεταφέρω στο χαρτί τα συναισθήματα που μου γεννάει η μουσική αυτής της μπάντας…

Άκουγα ξανά και ξανά εδώ και αρκετό καιρό το υλικό του “March Of The Damned”, ξέροντας πως κάποια στιγμή θα ερχόνταν η ώρα να καθίσω και να καταγράψω στο χαρτί για όλο αυτό το μεγαλείο που αποτυπώνεται σε κάθε νότα αυτού του αριστουργήματος.

Γνωρίζω πάρα πολύ καλά πως ηθελημένα ή αθέλητα οι BLACK SWORD THUNDER ATTACK από την Καλαμπάκα της Θεσσαλίας ακολουθούνται από δύο πολύ συγκεκριμένους χαρακτηρισμούς στις συνειδήσεις αυτών που τους ακολουθούν χρόνια τώρα. Ο πρώτος είναι ο χαρακτηρισμός της cult, obscure μπάντας και ο δεύτερος είναι ο χαρακτηρισμός της μπάντας που έχει βασίσει σε μεγάλο βαθμό τον ήχο της στην κληρονομιά των LORDIAN GUARD / WARLORD.

Κανένας από αυτούς τους χαρακτηρισμούς δεν είναι χωρίς βάση, κανένας από τους δύο αυτούς χαρακτηρισμούς δεν έχει ειπωθεί -και δεν τους έχει χρεωθεί αν θέλετε- άδικα, κανένας από τους δύο αυτούς χαρακτηρισμούς δεν προσθέτει πρόσημο αρνητικό στο γίγνεσθαι τούτης της μπάντας. Υπάρχει όμως μια μεγάλη, βασική και ουσιαστική διαφορά:

Αυτό που καταθέτουν οι BLACK SWORD THUNDER ATTACK με την μουσική τους βρίσκεται πολύ πιο πάνω από την οποιαδήποτε απόπειρα -έστω και λεκτικής- κατάταξής τους στο οποιοδήποτε καλούπι του οποιουδήποτε χαρακτηρισμού.

Αυτό που καταθέτουν οι BLACK SWORD THUNDER ATTACK με την μουσική τους είναι η πεμπτουσία του Επικού ήχου.

Ποτέ δεν εμφανίστηκε και δεν θα εμφανιστεί κάτι ανάλογο και να είστε σίγουροι πως ζυγίζω πάρα πολύ καλά τα λόγια μου, έχοντας κυριολεκτικά ρουφήξει κάθε σπιθαμή της μουσικής τούτης της μπάντας. Έχοντας κυριολεκτικά ξοδέψει ώρες επί ωρών με τα τραγούδια τους.

Μπορώ να δεχτώ την χρήση χαρακτηρισμών -άλλωστε το έκανα ήδη και εγώ κάνοντας αναφορά για “Επικό ήχο”-. Μπορώ να δεχτώ την ανάλυση και υπερανάλυση επιρροών και τις αναφορές σε σχήματα ή / και τάσεις, όλα αυτά στην προσπάθεια περιγραφής του ηχητικού Black Sword στίγματος. Διαβεβαιώνοντας στο τέλος και καταλήγοντας στο ξεκάθαρο συμπέρασμα πως το τελικό αποτέλεσμα που καταθέτουν οι Attack με τα κομμάτια τους είναι κάτι το μοναδικό, είναι κάτι το ολότελα δικό τους. Είναι η σφραγίδα τους. Μια σφραγίδα που τους δίνει μια θέση στο πάνθεον των μεγάλων.

Η μυσταγωγία, ο λυρισμός, το μυστήριο, το σκοτάδι, η αγωνία και η συγκίνηση δεν είναι έννοιες που απλά συναντιούνται στα τραγούδια αυτής της κυκλοφορίας ως κάποιο χαρακτηριστικό γνώρισμα ή αποτέλεσμα. Είναι έννοιες που παίρνουν την πραγματική τους υπόσταση και που κορυφώνονται σε βαθμό απόλυτο μέσα στο έργο των BLACK SWORD THUNDER ATTACK.

Ας κάνω μια προσπάθεια να αναφερθώ ξεχωριστά στα στοιχεία εκείνα που παίζουν για μένα ρόλο πρωταγωνιστικό σε τούτη την μπάντα και το έργο της.

Οι κιθάρες. Ναι. Το κιθαριστικό τους πορτραίτο είναι σαφώς επηρεασμένο από LORDIAN GUARD και WARLORD, δεν είναι μια απλή ασυνείδητη επιρροή σαν αυτές που περνούν σε κάθε μουσικό. Εδώ έχουμε συνειδητή μελέτη. Πρόσεξε όμως, μελέτη, όχι αποστήθιση και παπαγαλία. Η Lordian τεχνοτροπία με τις αναγεννησιακές της ανησυχίες και με τα κυκλικά και επαναλαμβανόμενα θέματα υπάρχει και αποδίδεται με πιστότητα που εκπλήσσει. Δίπλα όμως σε όλα αυτά βρίσκεται ένα πολύ συγκεκριμένο προσωπικό κιθαριστικό στυλ προικισμένο με την σαφήνεια των κυρίως θεμάτων -κάντε τον κόπο και ακούστε ένα προς ένα όλα τα βασικά κουπλέ των κομματιών που υπάρχουν εδώ για να καταλάβετε τι εννοώ-, υπάρχει αυτή η λαμπρότητα στα σόλο που τα κάνει να ακούγονται σαν μικρά, λυτρωτικά κρετσέντα, και υπάρχει και αυτή η πολύ συγκεκριμένη προσέγγιση με τις κατάλληλες νότες στα κατάλληλα θέματα, ρυθμικά και σολιστικά, που θα φέρει στο προσκήνιο αυτό το μεθυστικό πάντρεμα επικής μελαγχολίας,  νοσταλγίας και αγωνίας. Θα ήταν λοιπόν μεγάλη αδικία όλον αυτόν το κιθαριστικό πλούτο να τον περιγράψει κανείς απλά ως “Lordian Guard worship”.

Τα πλήκτρα παίζουν καθοριστικό ρόλο στον ήχο του υλικού. Είναι προικισμένα με την απόλυτη σαφήνεια μιας και τα θέματα τους μπορείς να τα σιγοτραγουδήσεις σχεδόν αυτούσια. Κουβαλούν μια συνειδητή dungeon synth αισθητική και επιμένουν σε έναν μινιμαλισμό ο οποίος δρα αφοπλιστικά. Με λίγα λόγια μπορείς να ξεχάσεις τον τίτλο του τραγουδιού για παράδειγμα, αλλά όχι τις μελωδίες των πλήκτρων. Μελωδίες που θα τυλίξουν υπόγεια κάθε κιθαριστικό θέμα που υπάρχει σε κάθε κομμάτι, θα δώσουν έμφαση σε σημεία -όπως για παράδειγμα στην εισαγωγή του “Don’t Hear the Sirens” μα κυρίως στην εξέλιξη του βασικού κουπλέ του, αναπαριστώντας τον ήχο της σειρήνας που σε υπνωτίζει προς τον θάνατο.

Τα φωνητικά και οι μελωδίες τους. Μου είναι αδύνατον να διαχειριστώ τόση έμπνευση. Οι φωνητικές μελωδίες κάνουν στην κυριολεξία κτήμα τους κάθε κομμάτι, ακολουθώντας όμως την απόλυτη αρμονική ταύτιση με τα μικρά θαύματα των υπόλοιπων οργάνων. Η χροιά της τραγουδίστριας θα χαραχτεί στην μνήμη από το πρώτο άκουσμα. Και εδώ υπάρχει η εμμονή σε μια αφοπλιστική σαφήνεια σε κάθε θέμα, κάθε φωνητικής μελωδίας. Νοοτροπία και πάλι μινιμαλιστική που σου δείχνει πως με τα απολύτως απαραίτητα μπορείς να δημιουργήσεις θαύματα αν έχεις το χάρισμα να το κάνεις. Στήσε αυτί και άκου τις δεύτερες φωνές, άκου τις καταλήξεις στις λέξεις που μοιάζουν να χάνονται στην δύνη της μουσικής: γνώρισμα χαρακτηριστικό και εν τέλη κομμάτι αναπόσπαστο της αισθητικής του μαύρου σπαθιού που αποτελεί και συνδετικό κρίκο με την demo εποχή του σχήματος και τις τότε φωνητικές προσεγγίσεις.

Οι στίχοι. Στην περίπτωση των BLACK SWORD THUNDER ATTACK η επίδραση των στίχων επάνω στο σύνολο είναι καθοριστική. Απόλυτη σαφήνεια, κανένας συμβολισμός. Τρομακτική ευθύτητα. Ποτέ όμως οι λέξεις δεν άσκησαν τέτοια δυναμική επάνω σε επικό κομμάτι πιστέψτε με. Παίζει φυσικά ρόλο και το πως έχει τραγουδηθεί ο κάθε στίχος ξεχωριστά, στήσε αυτί και άκου για παράδειγμα πως τραγουδιέται η απλή φράση “We can’t remember how they came to bring the reign of evil”, στο “Evil Sorcery”, αρκεί μια και μόνο απλή ανάγνωση του στίχου μα και μια απλή ακρόαση της ερμηνείας για να σου μεταδοθεί -πρόσεξε όχι να ακούσεις, αλλά να σου μεταδοθεί σαν βίωμα- η απόγνωση αυτού που πολεμά με έναν άγνωστο εχθρό.

Η ατμόσφαιρα. Η συνολική ατμόσφαιρα που υπάρχει στο υλικό είναι κάτι το άφταστο και είναι βασικά το πιο έντονο χαρακτηριστικό εδώ. Στα δικά μου αυτιά και στην δικιά μου ψυχή τα τραγούδια τούτης της μπάντας αποτυπώνουν το “Επικό” στην απόλυτη του ολοκλήρωση. Την κάθοδο στις φωτιές της κόλασης, την μάχη με το άγνωστο κακό, την συνειδητή πορεία προς την τελική αναμέτρηση που θα φέρει μονάχα θάνατο. Το μήνυμα του απόλυτου χαμού. Όλα αυτά δοσμένα με νότες, με στίχο, με ερμηνεία. Η απόλυτα λυρική κατάθεση μέσα από το πρίσμα ενός ξεχωριστού και ιδιαίτερου επικού μυστικισμού που συναντά την ολοκλήρωση του μέσα από την μουσική αυτής της μπάντας.

Και τα τέσσερα κομμάτια της κυκλοφορίας είναι έπη (“Don’t Hear The Sirens”, “Evil Sorcery”, “Messenger”, “March Of The Damned / Through The Fires Of Hell”). Ξεχωριστή θέση για μένα παίρνει το “Messenger”. Ένα μικρό αριστούργημα προικισμένο με όλη αυτή την 70ς νοσταλγικότητα που συναντάς σε εκείνα τα μικρά – μεγάλα άλμπουμ της εποχής που επιχειρούν να προσεγγίσουν το επικό, όχι ντε και καλά θεματολογικά σε κάθε περίπτωση, μα κυρίως μέσω της σύνθεσης και της ερμηνείας. Η συγκινητικά αφηγηματική μορφή του συγκεκριμένου τραγουδιού που ξετυλίγεται σιγά σιγά αποκαλύπτοντας την μεγαλειώδη επική υπόσταση του, με αφήνει πραγματικά άφωνο. Βάζω το κομμάτι αυτό σε ίδιο ίσως και ανώτερο επίπεδο με κομμάτια θεσμούς όπως το “Secret Of Steel” ή το “Black Mass”.

Μερικές τελευταίες σκέψεις για το κλείσιμο.

Η συγκεκριμένη κυκλοφορία έχει ιστορική σημασία, θα το δούμε και θα το ξανακουβεντιάσουμε στο μέλλον.

Δεν θέλω να ξανακούσω ούτε κουβέντα για νεόκοπες epic μπαντούλες, από την στιγμή που το “March Of The Damned” υπάρχει εκεί έξω.

Η μουσική την BLACK SWORD THUNDER ATTACK δεν είναι για διασκέδαση. Είναι για ψυχαγωγία, με την πραγματική έννοια του όρου: Αγωγή της Ψυχής.

Υποκλίνομαι.

Χρήστος Παπαδάκης

 

 

 

 

Οι STYGIAN CROWN, το Αμερικάνικο Doom Metal underground και μια Ιταλική ετικέτα

Ο Tom Philips των While Heaven Wept συνεργάζεται εδώ και καιρό με την Cruz Del Sur Music και το αποτέλεσμα είναι αρκετές σημαντικές μπάντες του Αμερικάνικου Doom Metal underground των τελευταίων 20-25 ετών, να υπογράφουν συμβόλαιο με την Ιταλική Cruz Del Sur.

Τα παραδείγματα των Orodruin, Ogre και Pale Divine είναι χαρακτηριστικά και όσα δείγματα γραφής – κυκλοφορίες έχουν εμφανιστεί μέχρι στιγμής ως καρποί αυτής της συνεργασίας είναι κάτι παραπάνω από αξιόλογα -δεν νομίζω ότι χρειάζεται να τα ξαναπούμε για τους Orodruin και την δισκάρα τους έτσι; Για καλό και για κακό πάντως, τσέκαρε τι έχω γράψει εδώ και τι έχουμε κουβεντιάσει στο forum του Forgotten Scroll.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι προστίθενται στον κατάλογο μιας δυνατής Ευρωπαϊκής Metal εταιρίας, σημαντικά Doom Metal ονόματα που ήδη μετρούν χιλιόμετρα παρουσίας με demoγραφία και δισκογραφία -και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και live εμφανίσεις μακριά από τα Αμερικανικά σύνορα, στην Ευρώπη- δίνοντας το στίγμα τους μέσα στις έτσι και αλλιώς περίεργα δύσκολες στις ΗΠΑ συνθήκες, αποτελώντας κομμάτι μιας ευρύτερης -χωροταξικά- σκηνής που τις δύο τελευταίες δεκαετίας έχει περάσει αρκετές διακυμάνσεις, ναι στην Doom Metal σκηνή αναφέρομαι.

Και αν όλα τα παραπάνω σου φαίνονται θεωρίες  μπορώ να σου αναφέρω παραδείγματα όπως εκείνο το live των Iron Man επί Αμερικανικού -προφανώς- εδάφους που δεν έγινε ποτέ μιας και δεν πάτησε το πόδι του κανείς -ιστορία που μου κατέθεσε ο Alfonso Polo των Question Of Madness μιας ως ο ένας που πήγε μέχρι το club που θα γίνονταν η συναυλία-.

OK, τα πράγματα αλλάζουν θα μου πεις: Η γενικότερη -στα πλαίσια του underground- κατάσταση της αναβιώσεις του Heavy Metal στις ΗΠΑ με έμφαση στην Ευρωπαϊκή 80ς σχολή του, με τις νέες μπάντες, τα μικρά φεστιβάλ, τα κασέτοlabels αλλά και η παλιότερη ιστορία των reunions, όλα αυτά έχουν σίγουρα επηρεάσει και τον Doom Metal μικρόκοσμο. Νέες μπάντες εμφανίζονται είτε έχοντας μια ξεκάθαρη Doom Metal κατεύθυνση είτε κρατώντας ισορροπίες βάζοντας και το κλασσικό Heavy Metal στοιχείο έντονο στον ήχο τους, -σκέψου σε πόσους σημαντικούς δίσκους του 2019 συνάντησες την “Heavy Metal, combined with Epic Metal, combined with Doom Metal” φόρμουλα-. Δεν είναι όμως μόνο το νέο αίμα: αρκετές παλαιότερες μπάντες μοιάζουν να ξυπνάνε από κάποιου είδους λήθαργο.

Και εδώ είναι που έχει νόημα μια συντονισμένη προσπάθεια ώστε αρχικά αυτές οι τελευταίες μπάντες -αλλά και νεότερες- να βρουν ένα νέο δισκογραφικό σπίτι αλλά και περισσότερες πόρτες ανοιχτές για την Ευρώπη, με τα άλμπουμ τους σε περισσότερες δισκοθήκες. Έτσι και αλλιώς ο Philips έζησε αρκετά από αυτά τα σχήματα στην γέννηση τους, στα 90ς, στα early 00s κτλ. Ο ρόλος του λοιπόν εδώ ως συνδετικός κρίκος μεταξύ σχημάτων και Cruz Del Sur είναι κάτι παραπάνω από ουσιαστικός.

Στα μάτια τα δικά μου δε και αυτό το καταθέτω σαν προσωπική άποψη κυρίως, το να βλέπω όλα αυτά τα σχήματα συγκεντρωμένα κάτω από μια δυνατή ετικέτα αποτελεί και ένα είδους απολογισμού για τα πεπραγμένα μιας σκηνής -ή ενός κομματιού της αν προτιμάτε- που αν μη τι άλλο άντεξε στο χρόνο. Αλλαγή κεφαλαίου; Επόμενο level; Θα το δείξουν οι δίσκοι…

Το επόμενο σχήμα που μπήκε στον Cruz Del Sur κατάλογο ετοιμάζοντας ντεμπούτο είναι οι Καλιφορνέζοι Stygian Crown. Νεότερη χρονολογικά μπάντα σε σχέση με τις προηγούμενες που αναφέρθηκαν. Με αφορμή την ανακοίνωση για το επερχόμενο ντεμπούτο τους, θέλω να γράψω δύο λόγια τόσο για την μπάντα όσο για την μια και μοναδική -μα μνημειώδης για μένα- κυκλοφορία τος.

Το “Through Divine Rite” demo των Stygian Crown κυκλοφόρησε το 2018. Παρόλα αυτά αν ρίξουμε μια προσεκτική ματιά στη σύνθεση τους θα ανακαλύψουμε ρίζες που μας πάνε αρκετά μακριά, πίσω στα 90ς.

Βλέπεις ο πνευματικός μπαμπάς της μπάντας δεν είναι άλλος από τον Rhett A. Davis, ντράμερ στην ίσως σημαντικότερη Doom / Death Metal που μας έδωσε η Καλιφόρνια και αναφέρομαι στους δυστυχώς διαλυμένους πλέον Morgion. Για την πορεία των Morgion θα χρειαζόμουν τόνους μελανιού αν ξεκινούσα να κάνω έστω και μια βασική αναφορά. Πάντως αν το Doom Metal ήταν υπόθεση που σε αφορούσε στα 90ς έχεις σίγουρα λιώσει τουλάχιστον τα “Among Majestic Ruin” και “Solinari” άλμπουμ τους. Όχι;

Οι μυημένοι σε Doom / Death σπήλαια, ίσως θυμούνται τον Rhett και από την συμμετοχή του στους Keen Of The Crow και Crimson Relic. Ο κατάλογος συμμετοχών του Rhatt σε σχήματα μεγαλώνει και άλλο παρόλα αυτά, και θα έλεγα με πολύ μεγάλη σιγουριά πως η θητεία του στους Death / Black Thrashers Gravehill -και στους Divine Eve που επίσης παντρεύουν Thrash, Black και Death Metal- πρέπει να αναφερθεί μιας και επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τον ήχο των Stygian Crown.

Ναι, υπάρχουν ακόμα δύο μέλη στο line up που προέρχονται από ακραίες μπάντες, ο Jason Thomas, μπασίστας των Gravehill και ο κιθαρίστας Andy Hicks που έρχεται από τους θεούς Morbid Eclipse -αν γουστάρεις σαλεμένο συνδυασμό Black με Thrash Metal τότε πρέπει να τσεκάρεις οπωσδήποτε το “Poison Winds” άλμπουμ τους του 2018-.

Οπότε έχουμε μια κατάσταση μιας μπάντας που θέλει να παίξει Doom Metal με 3 από τα 5 μέλη της να έχουν σοβαρή παρουσία σε άλλες ακραίες μπάντες. Και εκεί που θα περίμενε κανείς να τραβηχτεί -ίσως- μια διαχωριστική γραμμή, βλέπουμε τελικά πολλές από τις επιρροές και ένα μεγάλο μέρος του vibe με κεντρικό σημείο αναφοράς το Metal με πιο extreme κατευθύνσεις, να φιλτράρονται έξυπνα ως στοιχεία στον Stygian Crown ήχο. Ο Davis αναφορικά μιλά ξεκάθαρα για το ηχητικό πάντρεμα Candlemass με Bolt Thrower. Οπότε το στίγμα είναι σαφέστατο.

Το line up συμπληρώνουν ο κιθαρίστας Nelson Miranda και η τραγουδίστρια Melissa Pinion που θα φέρει όλες τις αφηγηματικά υμνικές φωνητικές αρετές της μέσα στο Stygian Crown μοτίβο.

Όλα τα παραπάνω αποτυπώνονται μουσικά στο “Through Divine Rite” demo προκαλεί πραγματικό σοκ. Τρία μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια που ανεβάζουν τον πήχη στα ύψη. Στιβαρό riffing που ελίσσεται έξυπνα παρόλα αυτά. Ναι υπάρχουν οι Candlemass και οι Black Sabbath σαν starting point επιρροές, φιλτράρονται όμως έξυπνα. Υπάρχει αυτή η σκοτεινή μελωδικότητα στα lead guitar parts, και το κυριότερο: όλα αυτά είναι δοσμένα με μια λογική που θα σε πάει κατευθείαν στα ακραία Metal μονοπάτια που λέγαμε πριν και μάλιστα στην τεχνική πολλές φορές εκδοχή τους με breaks, ρυθμικές εναλλαγές αλλά και τον σωστό όγκο στις κιθάρες.

Και πάνω από όλα αυτά έρχεται η φωνή της Melissa να απογειώσει στην κυριολεξία το υλικό. Αφηγηματικά υμνική, δημιουργεί τις πιο υπέροχες φωνητικές μελωδίες που θα μπορούσες να ζητήσεις από ένα Doom Metal τραγούδι. Η χροιά της την βοηθά πάρα πολύ αλλά αυτό που πραγματικά εντυπωσιάζει είναι οι μελωδικές φωνητικές γραμμές που βγάζει στο προσκήνιο. Νότα την νότα πλέκει έναν αδιαπέραστο ιστό που κυριαρχεί ολοκληρωτικά πάνω στα κομμάτια. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό αυτό που συμβαίνει εδώ.

Γενικά η μπάντα έχει δουλέψει στο έπακρο τα κομμάτια της: Δομές που κρατάνε τον ακροατή σε εγρήγορση,  ποικιλία στο riffing, ενδιαφέρουσα ρυθμική λογική, όγκος και να μην ξεχάσω να αναφέρω και το υπέροχο ακουστικό ιντερλούδιο που υπάρχει στην ομώνυμη “Through Divine Rite” σύνθεση. Η παραγωγή των τριών κομματιών είναι επίσης υποδειγματική.

Κλείνοντας θα πω πως πραγματικά αναρωτιέμαι: αν έχουμε αυτά τα δείγματα γραφής, εκτέλεσης και παραγωγής σε ένα demo του 2018, τι να περιμένουμε από το επερχόμενο full length του 2020;

Τα ραντάρ ανοιχτά λοιπόν. Stygian Crown. Το επόμενο κεφάλαιο σε μια σειρά από ενδιαφέροντα πράγματα που συμβαίνουν στον Doom Metal κόσμο μιας Ιταλικής ετικέτας.

Photo: Liz / Lone Wolf Productions 

Psychotic Waltz – “Devils and Angels” – Η αρχή του τέλους ενός κύκλου αναμονής

Το 1996, η χρονιά δηλαδή που κυκλοφόρησε το “Bleeding” των Psychotic Waltz είναι αρκετά μακριά. 23 χρόνια αναμονής για νέο υλικό από μια μπάντα που διέλυσε και σταδιακά επανασύνδεσε τα κομμάτια του παζλ της, δεν είναι λίγα. Και ξέρεις ε; Τούτο εδώ το single κλείνει ουσιαστικά αυτόν τον κύκλο αναμονής.

Με την εισαγωγή σαν να σου κόβεται η ανάσα, και ειδικά στην ένταση της πρώτης ακρόασης δεν έχεις προλάβει να ενεργοποιήσεις την διορατικότητα σου ή τέλος πάντων το όποιο experience έχεις αποκτήσει σκαλίζοντας τους Psychotic ήχους, ώστε να θυμηθείς πως ή μπάντα συνηθίζει -τουλάχιστον στην τελευταία της περίοδο εκεί κοντά στο 1996 του “Bleeding”- να σου κάνει γνωστές τις προθέσεις σε κάθε κομμάτι, από την αρχή κιόλας…

Έτσι εδώ έχουμε μια υπνωτικά απλωμένη εισαγωγή με το φλάουτο να ξεκινά να φτιάχνει το πορτραίτο – μοτίβο που σε προετοιμάζει για το τι θα ακολουθήσει – ναι ok είπαμε, όταν βγεις από την κατάσταση σοκ-.

Το πομπώδες μοτίβο του intro παίρνει μορφή και γίνεται το πρώτο κιθαριστικό θέμα της σύνθεσης. Ξεδιπλώνεται και αφήνεται να πλημμυρίσει το χώρο. Υπνωτικά λυτρωτικό με τα πλήκτρα να το σηκώνουν ψηλότερα και το φλάουτο να τρυπώνει παιχνιδιάρικα.

Ακολουθεί στο ίδιο tempo αυτό το στεγνό σχεδόν απογυμνωμένο riff που θα αποπειραθεί να στήσει την βάση των κουπλέ. Είναι έξυπνα στημένο και δοσμένο κατά τρόπο τέτοιο ώστε να αφήσει χώρο για τα φωνητικά. Υπνωτικές -έτσι, κάνε την πρώτη αντιστοιχία με την εισαγωγή και το εναρκτήριο θέμα-, και αφηγηματικές οι φωνητικές γραμμές.

Η πρώτη αίσθηση μπορεί και να σε μουδιάσει. Καταλαβαίνω πως ενδόμυχα περίμενες -και περίμενα- αυτήν την λυρική ερμηνεία του καλωσορίσματος στον κόσμο του καινούριου μετά από 23 έτη, αλλά… Αλλά σύντομα θα καταλάβεις πως αυτό το φωνητικό μοτίβο των κουπλέ εξυπηρετεί την συνέχεια της σύνθεσης. Ναι ναι. Ξέρω πως η λαχτάρα και ο ενθουσιασμός φέρνουν καταστάσεις βιασύνης. Αλλά εδώ μιλάμε για Psychotic Waltz.

Η πολυφωνία στην κορύφωση της τελευταίας φράσης του κουπλέ λοιπόν σε προετοιμάζει για αυτήν ακριβώς τη συνέχεια. Ένα -ξανά- απλωτό, μα λυτρωτικό ρεφρέν που ανθίζει κυριαρχώντας στον χώρο.  Άκουσε το μεμονωμένα ξανά και κάνε focus στα μελωδικά του θέματα και στην φωνή που εδώ βγαίνει μπροστά όχι πάνω από αλλά μαζί με αυτά, δίνοντας τους και προτεραιότητα στην ανάπτυξη και εν τέλη συνυπάρχοντας μαζί τους. Σιγά σιγά μα εν τέλη κυριαρχικά.

Το δεύτερο κουπλέ θα ακολουθήσει, πάρε χρόνο και άκου τα πλήκτρα, βρίσκουν χρόνο να περπατήσουν υπόγεια. Παίρνουν όμως αμπάριζα στο ρεφρέν και τα μελωδικά του θέματα. Τα είπαμε και πριν μην τα ξαναλέμε.

Η πρώτη γέφυρα που ακολουθεί μετά το δεύτερο ρεφρέν και πριν το σόλο είναι ουσιαστικά ένα κουπλέ σε κλωνοποίηση, λειτουργεί όμως σαν ένας καμβάς για να μπουν αυτά τα -Mosquito- Psychotic στοιχεία που έχουν γίνει κάτι σαν άτυπα trademarks για την μπάντα. Η φωνή με τα effects, οι clean κιθάρες, τα τύμπανα σε μικρές εμφατικές δώσεις. Όλα αυτά, σε προετοιμάζουν για το σόλο που φτάνει.

Το ρεφρέν θα ξαναβγεί μπροστά και θα δώσει την θέση του στο σημείο που για μένα λειτουργεί ως πραγματική  συγκίνηση στο κομμάτι αυτό. Το πρώτο ακουστικό σημείο μετά από τόσα χρόνια. Όλα είναι ζεστά και γνώριμα εδώ, μέσα σε μια παράξενη θαλπωρή, η κιθάρα, η φωνή και οι μελωδίες της… Άκουσε της, τραγουδούν μια γλυκόπικρη ματαιότητα, ανησυχώντας και περιμένοντας… Το ξέσπασμα που έρχεται.

Ένα αγωνιώδες ξέσπασμα. Τι έχεις να πεις για τη φωνή εδώ; Μια στιγμιαία κατάσταση εσωτερικής παράνοιας που ψάχνει διέξοδο -άκου προσεκτικά- αλλά ταυτόχρονα  παρασέρνει πιο βαθιά σε μια κατάσταση rem μέσα στην οποία όμως συμβαίνει κάτι. Άκου τα πλήκτρα στο τελευταίο θέμα και συνέδεσε τα με την εισαγωγή…

Το πρώτο single είναι υπέροχο. Το κατατάσσουμε στη λίστα με τα απλωτά, υπνωτικά, Psychotic τραγούδια. Ελπίζουμε να γεμίσουμε και τις λίστες εκείνες που διψάνε για τον σουρεαλιστικό Psychotic τεχνοκρατισμό.

Δεν θα επιχειρήσω συγκρίσεις ή ταυτίσεις με το “Pull The String“, επίσης νέο κομμάτι, που έπαιξαν ζωντανά πριν κάποιο καιρό. Μια γενική ιδέα μπορείς να την πάρεις αλλά όχι παραπάνω από μια καταγραφή μιας live εκτέλεσης από κάμερα κινητού.

Z-Lot-Z – Power Of One – Οι οραματιστές από το Houston και η καταγραφή της πορείας τους

Οι Ζηλωτές ήταν ένα είδος πολιτικού κόμματος, που υπερασπιζόταν τα συμφέροντα των χαμηλών τάξεων (μικροκαλλιεργητών, μικροϊδιοκτητών, εργατών και ναυτικών) απέναντι στους πλούσιους, τους υπερέχοντες και τους δυνατούς. Στα χρόνια παρακμής της βυζαντινής αυτοκρατορίας (13ος-14ος αιώνας), η Θεσσαλονίκη, αντίθετα από άλλες πόλεις, διατήρησε και αύξησε την πνευματική και την εμπορική της δραστηριότητα και γι’ αυτό της είχε δοθεί το προνόμιο να είναι αυτοδιοικούμενη. Εδώ λειτουργούσαν κατώτερα και μέσα σχολεία, αλλά και ανώτατες σχολές Μαθηματικών, Νομικής, Φιλοσοφίας και Ρητορικής. Τους μισθούς των δασκάλων τους μάλιστα πλήρωναν οι αρχές της πόλης. Την ίδια περίοδο αναπτύχθηκε εδώ το κίνημα των Ζηλωτών, που ήταν πρωτόγνωρο για την αυτοκρατορία και την εποχή αυτή.

Οι ζηλωτές, η Θεσσαλονίκη.. Τι μπορεί να έχει το παραπάνω κείμενο από την Βικπαίδεια ως εισαγωγή σε ένα μουσικό άρθρο; Αν βάλω στο τραπέζι και λίγο ατσάλι από μια από της αγαπημένες μας Αμερικανικές πολιτείες, θα το κάνω πιο εύκολο; Διάβασε και θα καταλάβεις…

Από το Houston του Texas των ΗΠΑ μας έρχεται μια από τις πιο γοητευτικά παράξενες, ανατρεπτικές και ιδιαίτερες μπάντες της σκηνής.

Οι Z-Lot-Z βασικά Heavy Metal έπαιζαν, αλλά στον ήχο τους θα συναντήσει κανείς αρκετά Prog στοιχεία, περιπετειώδης δομές και έναν εντελώς δικό τους τρόπο αντίληψης στο κομμάτι του song writing.

Ένα demo μας έδωσαν το 1992. Από τις πρώτες νότες του “The Shadow” καταλαβαίνεις ότι εδώ δεν έχεις να κάνεις με την τυποποιημένη Heavy Metal μπαντούλα της διπλανής πόρτας. Μελωδίες, στακάτο και into the point riffing, πλήκτρα και ρεφραινάρες. Αυτά είναι τα βασικά Z Lot Z συστατικά.

Το ντεμπούτο “Tearing At Your Mind” θα έρθει 3 χρόνια αργότερα σε κοπή που θα κάνει η ίδια η μπάντα. Το ηχητικό τους μοτίβο κρατάει τις βασικές του σταθερές, παρόλα αυτά είναι ολοφάνερο πως η μπάντα έχει διανύσει αρκετά χιλιόμετρα ψάχνοντας τον ήχο της. το riffing ακόμα πιο ενδιαφέρον, οι φωνητικές μελωδίες βγαίνουν μπροστά, ενώ οι παράξενα εξωτικές μελωδίες που ντύνουν κομμάτια όπως το “Eye Of The Beholder” είναι πλέον σήμα κατατεθέν των Z.

Στο “Soul Existence” του 1998 η μπάντα θα κρατήσει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που την κάνουν αναγνωρίσιμη και ιδιαίτερη. Η αίσθηση της μελωδίας, η φωνή, και κυρίως αυτή η περιπετειώδης αίσθηση στις συνθέσεις, τα πάντα είναι εδώ. Τραγούδια σημεία αναφοράς της πορείας τους όπως τα “Remember” -παίζει να είναι από τα αγαπημένα μου Z Lot Z έπη- και “Whirlwind” βρίσκονται σε αυτό το άλμπουμ.

Ντεμπούτο και demo θα επανακυκλοφορήσουν στις αρχές των 00ς από την Molten Metal USA. Το demo θα πάρει την μορφή Mini CD και θα βγει στην αγορά ως “92” (2000) θα έχει όμως ένα κομμάτι λιγότερο. Ο λόγος για το “Stay Alive” που θα μείνει έξω και θα δώσει την θέση του στο “In My Heart” που είναι ουσιαστικά κομμάτι που δεν μπήκε στο “Soul Existence”. Στο Mini CD εκείνο υπάρχει και ένα live video του “Shadow”.

Στην δε Molten Metal επανακυκλοφορία του ντεμπούτου (2002) ο ήχος είναι διαφορετικός σε σχέση με την αρχική έκδοση εξαιτίας του τότε re-mastering ενώ υπάρχουν σαν bonus 5 κομμάτια από το demo, το “Stay Alive” λείπει ξανά -μα γιατί το άφηναν έξω είναι κομματάρα-, ενώ ούτε το “In My Heart” outtake υπάρχει εκεί.

Διαβάζοντας όλα τα παραπάνω και με δεδομένο ότι τόσο τα first presses όσο και η επανακυκλοφορίες που έγιναν πριν σχεδόν 20 χρόνια είναι σε καθεστώς εξαφάνισης καταλαβαίνει κανείς πως υπάρχει μάλλον επιτακτική ανάγκη, συγκέντρωσης, ταξινόμησης και συνολικής παρουσίασης του υλικού των Τεξανών. Και αυτό κάνει η Arkeyn Steel Records από την Θεσσαλονίκη. Με την διπλή ανθολογία “Power Of One” βάζει τα πράγματα σε τάξη.

Η συγκεκριμένη επανακυκλοφορία περιλαμβάνει ότι έχουν ηχογραφήσει οι Z-Lot-Z. Η εταιρία έχοντας στην διάθεση της τα αρχικά DAT από το ντεμπούτο και το demo, πιάνει δουλειά και μπαίνει στην διαδικασία ενός εντελώς καινούριου mastering. Για πρώτη φορά από το 1992 το demo -που αν θέλετε και την γνώμη μου είναι το πιο ενδιαφέρον κεφάλαιο στην ιστορία τους-, παρουσιάζεται στην ολότητα του με το πλήρες tracklist που περιέχει και το “χαμένο” “Stay Alive” κομμάτι. Το ντεμπούτο δείχνει πραγματικά τα δόντια του, με το νέο mastering ενώ το πρώτο CD του διπλού reissue κλείνει με το bonus outtake “In My Heart” για να μην μείνει κανένας παραπονεμένος.

Ακούγοντας και τις εκ νέου remastered εκδοχές του υλικού από το δεύτερο άλμπουμ που κοσμεί το δεύτερο “Power Of One” CD μπορώ με σιγουριά να πω πως πλέον το υλικό “αναπνέει”, βγάζοντας μπροστά μια ιδιαίτερη δυναμική. Επιτέλους μπορώ να ακούω το “Remember” στο repeat απολαμβάνοντας τα Proggy τύμπανα του όπως έπρεπε να ακούγονται εδώ και χρόνια.

Για κερασάκι στην τούρτα στο δεύτερο CD υπάρχουν και 2 bonus live tracks. Η ζωντανά ηχογραφημένη εκτέλεση του “The Shadow” από το 92. Και η ακουστική εκτελεσάρα του “Shelter” από το Metalurgy τηλεοπτικό show Αμερικάνικης καλωδιακής, ξανά από το 92. Ε ναι βλέπεις τότε η τηλεόραση έβγαζε και καμιά Metal μπάντα. Σήμερα μόνο Τατιάνες.

Ακόμα μια αξιόλογη μπάντα από την ιστορία του Αμερικάνικου ατσαλιού, παρουσιάζεται όπως της πρέπει λοιπόν. Για λεπτομέρειες σχετικά με την ιστορία τους κτλ θα σας παραπέμψω στο booklet της επανακυκλοφορίας το οποίο θα σας καλύψει και με το παραπάνω. Εδώ σε πρώτη φάση γίνεται ένα πρώτο focus στην μουσική. Και ναι υπάρχουν αυτοί που ξέρουν από παλιά περί Z Lot Z, υπάρχουν αυτοί που ψάχνουν εδώ και χρόνια το υλικό της μπάντας και φυσικά εκείνοι που τους ακούν για πρώτη φορά. Η συγκεκριμένη επανακυκλοφορία έχει να δώσει σε όλους. Όλα σε ένα νοικοκυρεμένα που έλεγε και η διαφήμιση.

Υπομονή μέχρι τον Δεκέμβρη, οπού το CD θα δει το φως της μέρας.

 

Οι Protean Shield και το ανορθόδοξο στο επικό Metal

Τον τελευταίο καιρό παρακολουθώ με μεγάλη προσοχή τα demo  βήματα μιας μπάντας από την Αττική οι οποίοι ακούν στο όνομα Protean Shield. Είναι προφανές και πάρα πολύ εύκολα αντιληπτό εξαιτίας του ονόματος ότι η συγκεκριμένη μπάντα κινείται στα μονοπάτια του Επικού Metal.

Στις 7 Ιουνίου 2019 η μπάντα ανεβάζει το πρώτο δείγμα γραφής της. Μια demo ηχογράφηση του κομματιού “Steel Of Ages“. Παρόλα τα υπαρκτά τεχνικά ζητήματα σε αυτό το δείγμα, υπάρχουν κάποια έντονα χαρακτηριστικά τόσο στον ήχο όσο και στο ύφος της μπάντας τα οποία δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να περάσουν απαρατήρητα.

Οι Shield προσεγγίζουν το συγκεκριμένο το επικό ατσάλι τους με μια ιδιαίτερη νοοτροπία στον τομέα της σύνθεσης και της δομής: Ακούγονται αφηγηματικοί, και δεν αναφέρομαι αγαπητέ αναγνώστη στην ερμηνεία και τους στίχους μα στην ίδια την μουσική και τα βασικά συστατικά -κιθαριστικά θέματα ντε-, που αποτελούν τον σκελετό για αυτή την πρώτη τους σύνθεση.

Σχεδόν ένα μήνα μετά στις 19 Ιουλίου 2019 το σχήμα ανεβάζει μια βελτιωμένη εκτέλεση του κομματιού, στην οποία ακούμε reworked όλον τον σκελετό του κομματιού, υπάρχει η προσθήκη main lead guitar part -και μερικών extra leads σημείων στο κομμάτι- και η επαναηχογράφηση των φωνητικών με άλλον τραγουδιστή. Οι βελτιώσεις αυτές κάνουν σαφέστερο και καλύτερα αντιληπτό στον ακροατή το καλλιτεχνικό μήνυμα του σχήματος. Και πάνω σε αυτό θα επεκταθώ παρακάτω.

Ας κρατήσουμε για την ώρα την αφηγηματική τους μουσική -το τονίζω πάλι- προσέγγιση. Ας βάλουμε στο τραπέζι και το γεγονός ότι συνειδητά επιλέγουν τα βασικά τους θέματα -όχι μόνο τα riffs αλλά και οι lead μελωδίες- να βασίζονται σε ένα ανορθόδοξο πολλές φορές μοτίβο. Αυτό μπορεί να είναι εμφανές σαν “τάση” στο πρώτο κομμάτι το οποίο αναλύουμε αλλά έχει και συνέχεια.

Στις 26 Αυγούστου 2019 η μπάντα δίνει στην δημοσιότητα και δεύτερο δείγμα με τίτλο “Pendulum“. Και εδώ τα πράγματα γίνονται πιο ξεκάθαρα. Και στον ακροατή γεννιέται το παρακάτω ερώτημα; “Πότε ήταν η τελευταία φορά που ένα Επικό Metal τραγούδι μέσα στην ένταση του, έβαλε και το μυαλό σου να δουλέψει;“.

Εδώ η μπάντα ακούγεται ακόμα περισσότερο αφηγηματική -μια και μόνο ακρόαση στις φωνητικές γραμμές του κουπλέ θα σε πείσει-. Ενώ ο περιπετειώδης, ανορθόδοξος και εν τέλη αντισυμβατικός τρόπος γραφής τους γίνεται πλέον σήμα κατατεθέν. Αν μάλιστα αγαπητέ αναγνώστη θέλεις να κρατήσεις τους χαρακτηρισμούς “περιπετειώδης”, “ανορθόδοξος” και “αντισυμβατικός” για να αναφερθείς και στην γενική δομή βάση της οποίας είναι στημένο το κομμάτι, θα με βρεις απόλυτα σύμφωνο. Η αρχή, η μέση και το τέλος γίνονται γοητευτικά δυσδιάκριτα εδώ και γουστάρω. Και ναι το αρχικό riff – κάλεσμα στη μάχη δείχνει την πραγματική δυναμική του ακριβώς επειδή συνυπάρχει με τα υπόλοιπα θέματα εδώ – διαφορά δυναμικής, right place, right time.

Το μέχρι τώρα υλικό τούτης της μπάντας με συγκίνησε για ένα βασικό λόγο, μου υπενθύμισε την προσωπική ταύτιση και κλίση που έχω σαν ακροατής με μια χούφτα επικά Metal άλμπουμ που βάζουν το μυαλό σε εγρήγορση. Θέλεις η ανατρεπτική μουσική θεματολογία τους; Θέλεις οι ανορθόδοξες δομές στα τραγούδια τους; Θέλεις η αιρετική προσέγγιση τους σε πολλά από τα standards αυτού του ήχου ή η σκοτεινή τους προδιάθεση, όπως και να το κάνεις μιλάμε για άλμπουμ που απέχουν από τον σωρό.

Για την ώρα όμως θα επικεντρωθώ στους δίσκους και τα σχήματα που πιστεύω πως αντιστοιχούν και ως επιρροές για την μπάντα.

Θα αναφερθώ λοιπόν σίγουρα στο τρίτο άλμπουμ των The Lord Weird Slough Feg (Down Among the Deadmen – 2000 στην Dragonheart). Άνετα θα μπορούσα να αναφερθώ και στα δύο πρώτα τους, αλλά νομίζω πως με το τρίτο έκαναν ξεκάθαρο το στίγμα τους για την ανορθόδοξη σχολή την οποία οι ίδιοι δημιούργησαν και σταδιακά δυστυχώς εγκατέλειψαν).

Το δεύτερο άλμπουμ το οποίο θα ήθελα να αναφέρω σαν επιρροή είναι το ντεμπούτο ενός Αμερικανικό – Ιταλικού project στην Ιταλική My Graveyard Productions. Αναφέρομαι στο άλμπουμ “An Age Undreamt Of…” των Hyborian Steel. Ορμητικό και πολεμοχαρές το στίγμα του δίσκου μα με μια εντελώς ομιχλώδη και ιδιαίτερη προσέγγιση που εν τέλη εγώ την βρίσκω με κάποιο τρόπο μπροστά μου σε αυτά τα πρώτα βήματα των Αθηναίων Protean Shield. Ακούστε και κρίνετε και μόνοι σας εν τέλη.

Δεν θα αναλύσω κάτι παραπάνω για την ώρα. Η μπάντα μάλιστα έχει σταθεί και ιδιαίτερα γενναιόδωρη δίνοντας μου να ακούσω και ένα τρίτο κομμάτι το οποίο θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω ως άριστο επιχείρημα για όλα τα παραπάνω, μα θα σιωπήσω και θα περιμένω να επεκταθώ αναλυτικά όταν το κομμάτι θα βγει στο φως της μέρας.

Για την ώρα μπορείτε να ακούσετε το υλικό τους και βγάλτε τα δικά σας συμπεράσματα.

Εδώ έχουμε πιάσει ψιλή κουβέντα για πάρτι τους. Κόπιασε.

Χρήστος Παπαδάκης

 

 

 

Η περίπτωση των STAR.GATE

Μπορώ με μεγάλη σιγουριά να πω ότι έχουμε να κάνουμε μια μια… ιδιάζουσα περίπτωση μπάντας. Ναι αγαπητέ αναγνώστη. Ο λόγος για τους STAR.GATE από την Θεσσαλονίκη, την μπάντα πνευματικό παιδί του μπασίστα Κώστα Δομενικιώτη.

Και το “ιδιάζουσα περίπτωση” του γράφω για έναν και μοναδικό λόγο. Όσο και αν έχω ψάξει, όσες επίσημες και ανεπίσημες ηχογραφήσεις και αν έχω ακούσει από κάθε γωνιά της Ελλάδας, όσο focus και αν έχω κάνει σε ολοκληρωμένες δουλειές και σχήματα δεν έχω βρει καμία μα καμία μπάντα που να πατάει σε Ελληνικό έδαφος και να έχει καταφέρει να προσεγγίσει τον ήχο του νεοκλασικού Power Metal με τόση ευθύτητα, ουσία και πηγαίο ταλέντο στους τομείς τις σύνθεσης και της αισθητικής όσο το σχήμα τούτο. Προσοχή δεν κάνω συγκρίσεις, η μουσική δεν είναι διαγωνισμός, σαν ακροατής μιλάω, ξέρετε από αυτούς που κατεβάζουν από το ράφι μια κυκλοφορία και την λιώνουν. Και δεν έχουν αποψάρα, μα γνώμη μετά από προσεκτικά ακούσματα.

Και θα το γενικεύσω λίγο σημειώνοντας πως υπάρχουν εκεί έξω αρκετές κυκλοφορίες που βαδίζουν συνειδητά τον νεοκλασικό δρόμο, μα τις περισσότερες φορές δίνουν έμφαση στο σολιστικό κιθαριστικό κομμάτι, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την παρουσία μιας ολοκληρωμένης σύνθεσης -στα πλαίσια της τραγουδοποιΐας-. Με αποτέλεσμα το φαινόμενο των εκπληκτικών καθαριστικών σόλο μέσα σε αδιάφορες γενικά συνθέσεις να είναι συχνό, ανεξάρτητα την χώρα προέλευσης.

Ο Δομενικιώτης συνθέτει έχοντας στο μυαλό του ολοκληρωμένα τραγούδια με αρχή, μέση και τέλος. Προσεγγίζει εντελώς συνειδητά την σχολή των μεγάλων Royal Hunt οι οποίοι στην χρυσή -μέχρι και το Paradox- εποχή τους, μας παρουσίασαν ένας ξεχωριστό τρόπο ανάπτυξης του νεοκλασικού Power Metal ήχου, ενσωματώνοντας όλες τις αρετές μιας σχεδόν pop τραγουδοποιΐας μέσα σε ένα είδος που πολλές φορές ασφυκτιούσε από το υπερβολικό φορτίο των ίδιων του των τραγουδιών, συνθετικά ή εμπαικτικά. Όχι πως οι μεγάλοι δάσκαλοι του ύφους δεν έχουν επιχειρήσει κάτι τέτοιο. Απλά οι Hunt μας θύμισαν μετά από πολύ καιρό και σε εποχές απραξίας των μεγάλων, πως γράφεις τραγούδια που σου μένουν καρφωμένα στο μυαλό. Αυτήν ακριβώς την μαγιά παίρνει και ο Δομινεκιότης στήνοντας με μεγάλη σαφήνεια -το τονίζω αυτό- κάθε μια από τις συνθέσεις των Star.Gate.

Και βασικά δεν νομίζω πως χρειάζονται και πολλές επεξηγήσεις για όποιον έχει μπει στον κόπο να ακούσει τα τρία δισκογραφικά πονήματα που έχει δώσει η μπάντα από το 2004 έως το 2016.

Εδώ και καιρό οι Star.Gate ετοιμάζουν το τέταρτο άλμπουμ τους με τίτλο “The Dream”. Έχουν κατά την ταπεινή μου γνώμη το καλύτερο recording line up στην ιστορία τους -αν διαβάζει η μπάντα αυτό το κείμενο παρακαλώ να δώσει βάση στις επόμενες λέξεις: Ως μικρός και ταπεινός οπαδός σας, σας παρακαλώ να κάνετε έστω ένα live με ΑΥΤΟ το line up, κλείνει η παρένθεση, ευχαριστώ, συνεχίζω το άρθρο-. Με Σάκη Μπαντή (Horizon’s End) στα πλήκτρα, Anthimo Manti (!!!!!) στις κιθάρες, Στέργιο Κουρού (Wardrum, Horizon’s End) στα τύμπανα και John Jeff Touch (!!!!) στην φωνή, μιλάμε για ένα πραγματικά all star line up.

Ήδη έχουν δοθεί στην δημοσιότητα αρκετά video από τις ηχογραφήσεις του δίσκου. Προσωπικά για την ώρα θα πω μόνο αυτό: πως έχουμε να κάνουμε με τον πιο άρτιο και εμπνευσμένο νεοκλασικό Power Metal δίσκο που έχει βγει από Ελληνική μπάντα τα τελευταία χρόνια -και όχι μόνο-. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Θα επεκταθώ επί του θέματος όταν έρθει η ώρα.

Χρήστος Παπαδάκης

GYGAX – High Fantasy

Εάν έπρεπε να περιγράψω τη μουσική των GYGAX με δυο λέξεις, τότε σίγουρα θα μιλούσα για πολύ ενέργεια. Αν βέβαια επέλεγα να μιλήσω για πολύ Thin Lizzy, θα έπεφτα και πάλι μέσα. Μια ματιά στις προηγούμενες δουλειές και την ιστορία της μπάντας, είναι αρκετή για να απαντήσει στο γιατί θα ίσχυε κάτι τέτοιο.

Οι GYGAX δημιουργήθηκαν προ πενταετίας από ό,τι απέμεινε απ’ τους GYPSYHAWKS και επιδίδονται μέχρι και σήμερα σε ανελέητο χαρντ ροκ στα βήματα των THIN LIZZY και των UFO. Με σύγχρονους όρους θα λέγαμε πως είναι «συνάδελφοι» των VOJD και των TANITH σε ό,τι αφορά τον ήχο, αλλά διακατέχονται από μία σαφώς πιο χαβαλετζίδικη διάθεση.

Όπως προδίδει και ο τίτλος, η μπάντα συνεχίζει στο nerdy μοτίβο των προηγούμενων δίσκων, με το Dungeons & Dragons να είναι η κύρια πηγή έμπνευσης στο στιχουργικό κομμάτι. Βασικά, οι στίχοι είναι D&D, δεν είναι απλά επηρεασμένοι από αυτό. (σσ: Gygax = Gary Gygax, δημιουργός του D&D.) Το ίδιο ισχύει και για το φοβερό εξώφυλλο που φιλοτέχνησε για ακόμα μια φορά ο Fares Maese. Επικό, παραμυθένιο, και πιασάρικο.

Το πρώτο που γίνεται ξεκάθαρο με το “High Fantasy” είναι πως οι GYGAX λατρεύουν τη κιθάρα σαν όργανο. Ο δίσκος είναι γεμάτος από καλοδουλεμενα κιθαριστικά leads, που, είτε μιλάμε για διπλές a la THIN LIZZY μελωδίες, είτε για αυτούσια solos, κάνουν τον συγκεκριμένο δίσκο να ξεχωρίζει από το «σωρό». Τραγούδια όπως τα “Something so Familiar” και “High Fantasy” είναι ίσως το καλύτερο παραδείγματα για αυτό που περιγράφω, με τα leads να είναι εκφραστικά, πιασάρικα και ιδιαιτέρως uplifting. Τα φωνητικά, αν και σαφώς βελτιωμένα σε σχέση με το “2nd Edition”, δε ξεφεύγουν από τη πεπατημένη του είδους. Ο Eric Harri, σαν γνήσιος ρόκερ που είναι, τραγουδά με όρεξη ιστορίες για μάγους, πολεμιστές και τέρατα, αλλά εκεί που πραγματικά διαπρέπει είναι το μπάσο. Ναι, ο τύπος τραγουδά και παίζει μπάσο ταυτόχρονα (ποιον μας θυμίζει άραγε), και δε σταματά να γκρουβάρει ούτε λεπτό. Τα τύμπανα έρχονται και κουμπώνουν γάντι με τις μπασογραμμές του, και αν και υπερβολικά ανά σημεία, δεν κουράζουν σε καμία περίπτωση. Αν δεν διάβαζα πως η μπάντα έχει πληκτρά, και μάλιστα μόνιμο, δεν θα καταλάβαινα ποτέ πως στο δίσκο υπάρχουν πλήκτρα. ΟΚ, υπερβάλλω μόνο και μόνο για να δείξω πως μένουν πάντα στο παρασκήνιο και πως ο ρόλος τους είναι καθαρά βοηθητικός.

Γενκα το “High Fantasy” είναι ένας ισορροπημένος δίσκος. Κινείται από την αρχή μέχρι το τέλος σε mid-tempo – και βάλε – μονοπάτια, ενώ κανένα από τα κομμάτια δεν ξεπερνά τα 4 λεπτά. Έχει αρχίσει να γίνεται ξεκάθαρο πως η μπάντα είναι της «σχολής» των AC/DC, καθώς δε φαίνεται να την ενδιαφέρει να πάει τον ήχο της «αλλού». Δεκτό. Πάντα, όμως, θα υπάρχει χώρος για κάτι καινούριο, όσο μικρό και είναι αυτό. Για παράδειγμα, το instrumental “Acquisition, Magnus Canis” μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι άκρως πιο ενδιαφέρον από το 2λεπτο «σφηνάκι» που κάποιος πέταξε στη μέση του δίσκου. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλα κομμάτια σε μικρότερο βαθμό βέβαια. Δεν υπάρχουν fillers, αλλά όταν έχεις μια μπάντα που μπορεί να δώσει πολλά περισσότερα από αυτά που ακούς στο δίσκο, τότε ο παραπάνω συνειρμός γίνεται σχεδόν αυτόματα. 

Οι GYGAX με τον τρίτο τους δίσκο δεν απογοητεύουν, παράλληλα, όμως, δεν καταφέρνουν και να εκπλήξουν. Το καλοπαιγμένο χαρντ ροκ τους είναι σίγουρα άξιο προσοχής και όποιος περιμένει κάτι παραπάνω από αυτό, μάλλον θα απογοητευτεί.

SCALD – Will of Gods Is a Great Power

«Το θέλημα των Θεών είναι μεγάλη δύναμη». Ακόμα και ένας άθεος θα πίστευε κάτι τέτοιο. Και αυτό όχι γιατί θα άλλαζε η κοσμοθεωρία του, αλλά επειδή ο άνθρωπος είναι ικανός να κατασκευάσει Θεούς και Δαίμονες προκειμένου να δώσει σκοπό στο Εγώ του.

Κάπως έτσι είμαστε και εμείς οι «μεταλλάδες». ‘Ενα υποείδος μουσικοφίλων, που – μεταξύ άλλων – τα τελευταία χρόνια αρέσκεται στο να ξετρυπώνει και να φέρνει στο φως κάθε είδους «ακατέργαστο υλικό». Άλλος για τη ματαιοδοξία της πρωτιάς, άλλος για τη τσέπη του και άλλος για την ευχαρίστηση του να δίνεις μια νέα ζωή σε κάτι ξεχασμένο. Αποτέλεσμα αυτού; Επανεκδόσεις κάθε λογής. Έχουμε φτάσει να έχουμε ακόμα και την επανέκδοση της επανέκδοσης. Κάτι τέτοιο γίνεται εδώ και με τους SCALD και το Will of Gods Is a Great Power.

Το ποιοι είναι οι SCALD και το τι εστί Will of Gods Is a Great Power, λογικά το γνωρίζετε ήδη οπότε δε θα επεκταθώ. Σε περίπτωση θέλετε να φρεσκάρετε τη μνήμη σας, να πούμε συνοπτικά πως οι Ρώσοι, με μόλις ένα δίσκο στο ενεργητικό τους, αποτελούν ίσως την πιο cult μπάντα στο χώρο του επικού doom metal. Η δε φωνή του ηγέτη και οραματιστή της μπάντας Agyl – ο τραγικός χαμός του οποίο αποτέλεσε «ταφόπλακα» για το συγκρότημα – είναι από τις πιο ιδιαίτερες του ιδιώματος. Πολλοί μάλιστα φτάνουν να τον συγκρίνουν με τον Robert Lowe των δύο πρώτων SOLITUDE AETURNUS. Δεν θα συμφωνήσω, αλλά μπορώ να τους καταλάβω.

Η Ordo MCM, λοιπόν, ανέλαβε να επανακυκλοφορήσει σε διπλό βινύλιο το Will Of The Gods Is Great Power, διατηρώντας έτσι τον ελαφρώς αλλαγμένο τίτλο των προηγούμενων επανεκδόσεων. Η επανακυκλοφορία εκτός του άλμπουμ περιλαμβάνει 4 ακόμα bonus tracks… τα οποία συναντώνται και στο Agyl’s Saga, μια συλλογή του 2013 που εκτός του Will…, περιλαμβάνει και υλικό από την προ-Scald περίοδο, όταν η μπάντα ονομάζονταν ακόμα ROSS (στα ρώσικα: РОСС). Με απλά λόγια, η επανακυκλοφορία της Ordo δεν προσφέρει τίποτα καινούργιο από πλευράς μουσικής.

Ο ήχος στα κομμάτια του άλμπουμ ακούγεται ελαφρώς επεξεργασμένος σε σχέση με τη πρώτη επανέκδοση, ενδεχομένως για να «δέσουν» ηχητικά με τα bonus tracks. Τα δε bonus track προέρχονται κυρίως από live ηχογραφήσεις, οπότε ο ήχος δεν είναι και ό,τι καλύτερο. Από τα 3 live ηχογραφημένα κομμάτια, το πρώτο με τίτλο “Кузнец войны” (Blacksmith Of War) αποτελεί τραγούδι των ROSS και δεν θυμίζει σε τίποτα τη μυσταγωγία των οι SCALD. Το πώς και το γιατί κατέληξε να φιγουράρει στη συγκεκριμένη κυκλοφορία ως “Scald”, μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ…

Αν δεν τρελαίνεσαι για bonus tracks ή έχεις ήδη το Agyl’s Saga στη δισκοθήκη σου, μπορείς και χωρίς τη συγκεκριμένη επανακυκλοφορία . Από την άλλη, αν είσαι completionist ή δεν πρόλαβες την πρώτη κοπή του άλμπουμ σε βινύλιο, ή αν απλά γουστάρεις το γαμάτο ασπρόμαυρο εξώφυλλο, τότε επένδυσε άφοβα. Αν είσαι «παιδί» του Agyl χαμένος δε θα βγεις σε καμία περίπτωση.

TAD MOROSE – Chapter X

Διανύουμε τη χρυσή εποχή – ή καταραμένη δεκαετία – των ’90s και τα πράγματα στο μέταλ μοιάζουν να είναι ιδιαίτερα «ρευστά». Οι καφρίλες κερδίζουν έδαφος, το NWOBHM έχει απωλέσει το θρόνο εδώ και καιρό, ενώ η Αμερικανική (και όχι μόνο) σκηνή βρίσκεται αντιμέτωπη με τη λαίλαπα του grunge.

Εκεί λοιπόν, κάπου στις αρχές της δεκαετίας, ο κόσμος έγινε μάρτυρας της «γέννησης» power/prog αριστουργημάτων σαν και αυτό εδώ:

Ήταν η εποχή που μπάντες σαν τους SYMPHONY X, CONCEPTION, KAMELOT και PSYCHOTIC WALTZ θα μεγαλουργούσαν και θα άφηναν για πάντα το αποτύπωμά τους στο μεταλλικό στερέωμα. Το δικό τους λιθαράκι σε όλο αυτό έβαλαν και οι TAD MOROSE, οι οποίοι με κυκλοφορίες όπως τα “A Mended Rhyme” και “Sender of Thoughts”, θα πλασάρονταν στις υπολογίσιμες δυνάμεις της Ευρωπαϊκής σκηνής.

Τα χρόνια πέρασαν, πολλά άλλαξαν και ανάμεσα σε αυτά και ο ήχος των TAD MOROSE. Αφήνοντας στην άκρη τον prog μανδύα που τους χαρακτήριζε στα πρώτα τους βήματα, οι Σουηδοί μετατράπηκαν σε κάτι πολύ πιο σκοτεινό και επιθετικό κινούμενοι σε καθαρά power μονοπάτια. Αποκορύφωμα αυτής της μεταμόρφωσης είναι η τριπλέτα “Undead”, “Matters of the Dark” και “Modus Vivendi”, που αποτελεί μέχρι και σήμερα σταθμό στην πορεία της μπάντας.

Fast forward στο σήμερα και την ανακοίνωση για το νέο δίσκο που ενθουσίασε τους φίλους της μπάντας, που, όπως και να το κάνουμε, τρέφουν ακόμα κρυφές ελπίδες για ένα νέο “Modus Vivendi”. Κατά πόσο όμως κάτι τέτοιο είναι εφικτό με τον Urban breed να είναι «αλλού» και τη μπάντα να ψάχνει ακόμα τα βήματά της πέντε χρόνια μετά το comeback;

Η απάντηση θα έρθει γρήγορα με το [single] “Apocalypse” , καθώς όλα όσα περιμένεις να ακούσεις από ένα TAD MOROSE κομμάτι είναι εκεί: τσιρίδες, ριφάρες, rhythm section που οργώνει, ταχύτητες, ατμόσφαιρα, κλπ. Επιτυχία 100%, σωστά; Όχι ακριβώς. Αφού ξεθύμανε ο αρχικός ενθουσιασμός, και αφού το κομμάτι έκανε τον κύκλο του, κάτι δε μου κόλλαγε, πράγμα που συνεχίστηκε και αφού το πήρα το δισκάκι στα χέρια μου.

Όλα τα επιμέρους συστατικά του άλμπουμ σε προδιαθέτουν για το ιδανικό αποτέλεσμα, αλλά στα αυτιά μου τουλάχιστον, η μπάντα δεν φτάνει ποτέ σε αυτό. Ναι, ο δίσκος έχει καλές στιγμές (πχ “Vaunt the Cynical”, “Yet You Still Preach”, “I Am Night” & “Nemesis”) και υπάρχει ποιότητα παραγωγής, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του ακούγεται ασύνδετος, με μερικά μόνο από τα δεκατέσσερα κομμάτια να έχουν να πουν κάτι. Είναι λες και η ιστορική αυτή μπάντα έπεσε θύμα του «συνδρόμου» που διακατέχει τη σημερινή… άχρωμη power metal σκηνή.

Η μία ώρα και τέσσερα λεπτά που διαρκεί ο δίσκος είναι πάρα πολλά με αποτέλεσμα να κουράζει. Τραγούδια που αγγίζουν κατα μέσο όρο τα τεσσερα λεπτά, τελειώνουν πριν ουσιαστικά ξεκινήσουν. Τα μισά από αυτά θα μπορούσαν κάλλιστα να λείπουν χωρίς κανείς να καταλάβει το παραμικρό. Ίσως κάτι τέτοιο να έδινε και χώρο για την ανάπτυξη των δυνατών κομματιών του δίσκου που θα μας έκαναν να παραμιλάμε. Ίσως.

To “Chapter X” με δυσκόλεψε παραπάνω από όσο θα ήθελα. Παρόλο που προσπάθησα να μου αρέσει με τη πρώτη «αυτιά», τελικώς αρκέστηκα στα μετρημένα κομμάτια που πραγματικά είχαν κάτι να μου πουν. Στην ερώτηση «αξίζει ο δίσκος;» θα απαντήσω με ένα κοφτό και μετρημένο «ναι». «Ναι», μόνο και μόνο για τα κομμάτια που μετράνε. «Ναι», γιατί στην τελική μιλάμε για δίσκο TAD MOROSE που ίσως και να αποτελεί πολυτέλεια στις μέρες μας.