Συντάκτης: Γιάννης Τζιλιγκάκης (page 1 of 2)

GYGAX – High Fantasy

Εάν έπρεπε να περιγράψω τη μουσική των GYGAX με δυο λέξεις, τότε σίγουρα θα μιλούσα για πολύ ενέργεια. Αν βέβαια επέλεγα να μιλήσω για πολύ Thin Lizzy, θα έπεφτα και πάλι μέσα. Μια ματιά στις προηγούμενες δουλειές και την ιστορία της μπάντας, είναι αρκετή για να απαντήσει στο γιατί θα ίσχυε κάτι τέτοιο.

Οι GYGAX δημιουργήθηκαν προ πενταετίας από ό,τι απέμεινε απ’ τους GYPSYHAWKS και επιδίδονται μέχρι και σήμερα σε ανελέητο χαρντ ροκ στα βήματα των THIN LIZZY και των UFO. Με σύγχρονους όρους θα λέγαμε πως είναι «συνάδελφοι» των VOJD και των TANITH σε ό,τι αφορά τον ήχο, αλλά διακατέχονται από μία σαφώς πιο χαβαλετζίδικη διάθεση.

Όπως προδίδει και ο τίτλος, η μπάντα συνεχίζει στο nerdy μοτίβο των προηγούμενων δίσκων, με το Dungeons & Dragons να είναι η κύρια πηγή έμπνευσης στο στιχουργικό κομμάτι. Βασικά, οι στίχοι είναι D&D, δεν είναι απλά επηρεασμένοι από αυτό. (σσ: Gygax = Gary Gygax, δημιουργός του D&D.) Το ίδιο ισχύει και για το φοβερό εξώφυλλο που φιλοτέχνησε για ακόμα μια φορά ο Fares Maese. Επικό, παραμυθένιο, και πιασάρικο.

Το πρώτο που γίνεται ξεκάθαρο με το “High Fantasy” είναι πως οι GYGAX λατρεύουν τη κιθάρα σαν όργανο. Ο δίσκος είναι γεμάτος από καλοδουλεμενα κιθαριστικά leads, που, είτε μιλάμε για διπλές a la THIN LIZZY μελωδίες, είτε για αυτούσια solos, κάνουν τον συγκεκριμένο δίσκο να ξεχωρίζει από το «σωρό». Τραγούδια όπως τα “Something so Familiar” και “High Fantasy” είναι ίσως το καλύτερο παραδείγματα για αυτό που περιγράφω, με τα leads να είναι εκφραστικά, πιασάρικα και ιδιαιτέρως uplifting. Τα φωνητικά, αν και σαφώς βελτιωμένα σε σχέση με το “2nd Edition”, δε ξεφεύγουν από τη πεπατημένη του είδους. Ο Eric Harri, σαν γνήσιος ρόκερ που είναι, τραγουδά με όρεξη ιστορίες για μάγους, πολεμιστές και τέρατα, αλλά εκεί που πραγματικά διαπρέπει είναι το μπάσο. Ναι, ο τύπος τραγουδά και παίζει μπάσο ταυτόχρονα (ποιον μας θυμίζει άραγε), και δε σταματά να γκρουβάρει ούτε λεπτό. Τα τύμπανα έρχονται και κουμπώνουν γάντι με τις μπασογραμμές του, και αν και υπερβολικά ανά σημεία, δεν κουράζουν σε καμία περίπτωση. Αν δεν διάβαζα πως η μπάντα έχει πληκτρά, και μάλιστα μόνιμο, δεν θα καταλάβαινα ποτέ πως στο δίσκο υπάρχουν πλήκτρα. ΟΚ, υπερβάλλω μόνο και μόνο για να δείξω πως μένουν πάντα στο παρασκήνιο και πως ο ρόλος τους είναι καθαρά βοηθητικός.

Γενκα το “High Fantasy” είναι ένας ισορροπημένος δίσκος. Κινείται από την αρχή μέχρι το τέλος σε mid-tempo – και βάλε – μονοπάτια, ενώ κανένα από τα κομμάτια δεν ξεπερνά τα 4 λεπτά. Έχει αρχίσει να γίνεται ξεκάθαρο πως η μπάντα είναι της «σχολής» των AC/DC, καθώς δε φαίνεται να την ενδιαφέρει να πάει τον ήχο της «αλλού». Δεκτό. Πάντα, όμως, θα υπάρχει χώρος για κάτι καινούριο, όσο μικρό και είναι αυτό. Για παράδειγμα, το instrumental “Acquisition, Magnus Canis” μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι άκρως πιο ενδιαφέρον από το 2λεπτο «σφηνάκι» που κάποιος πέταξε στη μέση του δίσκου. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλα κομμάτια σε μικρότερο βαθμό βέβαια. Δεν υπάρχουν fillers, αλλά όταν έχεις μια μπάντα που μπορεί να δώσει πολλά περισσότερα από αυτά που ακούς στο δίσκο, τότε ο παραπάνω συνειρμός γίνεται σχεδόν αυτόματα. 

Οι GYGAX με τον τρίτο τους δίσκο δεν απογοητεύουν, παράλληλα, όμως, δεν καταφέρνουν και να εκπλήξουν. Το καλοπαιγμένο χαρντ ροκ τους είναι σίγουρα άξιο προσοχής και όποιος περιμένει κάτι παραπάνω από αυτό, μάλλον θα απογοητευτεί.

SCALD – Will of Gods Is a Great Power

«Το θέλημα των Θεών είναι μεγάλη δύναμη». Ακόμα και ένας άθεος θα πίστευε κάτι τέτοιο. Και αυτό όχι γιατί θα άλλαζε η κοσμοθεωρία του, αλλά επειδή ο άνθρωπος είναι ικανός να κατασκευάσει Θεούς και Δαίμονες προκειμένου να δώσει σκοπό στο Εγώ του.

Κάπως έτσι είμαστε και εμείς οι «μεταλλάδες». ‘Ενα υποείδος μουσικοφίλων, που – μεταξύ άλλων – τα τελευταία χρόνια αρέσκεται στο να ξετρυπώνει και να φέρνει στο φως κάθε είδους «ακατέργαστο υλικό». Άλλος για τη ματαιοδοξία της πρωτιάς, άλλος για τη τσέπη του και άλλος για την ευχαρίστηση του να δίνεις μια νέα ζωή σε κάτι ξεχασμένο. Αποτέλεσμα αυτού; Επανεκδόσεις κάθε λογής. Έχουμε φτάσει να έχουμε ακόμα και την επανέκδοση της επανέκδοσης. Κάτι τέτοιο γίνεται εδώ και με τους SCALD και το Will of Gods Is a Great Power.

Το ποιοι είναι οι SCALD και το τι εστί Will of Gods Is a Great Power, λογικά το γνωρίζετε ήδη οπότε δε θα επεκταθώ. Σε περίπτωση θέλετε να φρεσκάρετε τη μνήμη σας, να πούμε συνοπτικά πως οι Ρώσοι, με μόλις ένα δίσκο στο ενεργητικό τους, αποτελούν ίσως την πιο cult μπάντα στο χώρο του επικού doom metal. Η δε φωνή του ηγέτη και οραματιστή της μπάντας Agyl – ο τραγικός χαμός του οποίο αποτέλεσε «ταφόπλακα» για το συγκρότημα – είναι από τις πιο ιδιαίτερες του ιδιώματος. Πολλοί μάλιστα φτάνουν να τον συγκρίνουν με τον Robert Lowe των δύο πρώτων SOLITUDE AETURNUS. Δεν θα συμφωνήσω, αλλά μπορώ να τους καταλάβω.

Η Ordo MCM, λοιπόν, ανέλαβε να επανακυκλοφορήσει σε διπλό βινύλιο το Will Of The Gods Is Great Power, διατηρώντας έτσι τον ελαφρώς αλλαγμένο τίτλο των προηγούμενων επανεκδόσεων. Η επανακυκλοφορία εκτός του άλμπουμ περιλαμβάνει 4 ακόμα bonus tracks… τα οποία συναντώνται και στο Agyl’s Saga, μια συλλογή του 2013 που εκτός του Will…, περιλαμβάνει και υλικό από την προ-Scald περίοδο, όταν η μπάντα ονομάζονταν ακόμα ROSS (στα ρώσικα: РОСС). Με απλά λόγια, η επανακυκλοφορία της Ordo δεν προσφέρει τίποτα καινούργιο από πλευράς μουσικής.

Ο ήχος στα κομμάτια του άλμπουμ ακούγεται ελαφρώς επεξεργασμένος σε σχέση με τη πρώτη επανέκδοση, ενδεχομένως για να «δέσουν» ηχητικά με τα bonus tracks. Τα δε bonus track προέρχονται κυρίως από live ηχογραφήσεις, οπότε ο ήχος δεν είναι και ό,τι καλύτερο. Από τα 3 live ηχογραφημένα κομμάτια, το πρώτο με τίτλο “Кузнец войны” (Blacksmith Of War) αποτελεί τραγούδι των ROSS και δεν θυμίζει σε τίποτα τη μυσταγωγία των οι SCALD. Το πώς και το γιατί κατέληξε να φιγουράρει στη συγκεκριμένη κυκλοφορία ως “Scald”, μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ…

Αν δεν τρελαίνεσαι για bonus tracks ή έχεις ήδη το Agyl’s Saga στη δισκοθήκη σου, μπορείς και χωρίς τη συγκεκριμένη επανακυκλοφορία . Από την άλλη, αν είσαι completionist ή δεν πρόλαβες την πρώτη κοπή του άλμπουμ σε βινύλιο, ή αν απλά γουστάρεις το γαμάτο ασπρόμαυρο εξώφυλλο, τότε επένδυσε άφοβα. Αν είσαι «παιδί» του Agyl χαμένος δε θα βγεις σε καμία περίπτωση.

TAD MOROSE – Chapter X

Διανύουμε τη χρυσή εποχή – ή καταραμένη δεκαετία – των ’90s και τα πράγματα στο μέταλ μοιάζουν να είναι ιδιαίτερα «ρευστά». Οι καφρίλες κερδίζουν έδαφος, το NWOBHM έχει απωλέσει το θρόνο εδώ και καιρό, ενώ η Αμερικανική (και όχι μόνο) σκηνή βρίσκεται αντιμέτωπη με τη λαίλαπα του grunge.

Εκεί λοιπόν, κάπου στις αρχές της δεκαετίας, ο κόσμος έγινε μάρτυρας της «γέννησης» power/prog αριστουργημάτων σαν και αυτό εδώ:

Ήταν η εποχή που μπάντες σαν τους SYMPHONY X, CONCEPTION, KAMELOT και PSYCHOTIC WALTZ θα μεγαλουργούσαν και θα άφηναν για πάντα το αποτύπωμά τους στο μεταλλικό στερέωμα. Το δικό τους λιθαράκι σε όλο αυτό έβαλαν και οι TAD MOROSE, οι οποίοι με κυκλοφορίες όπως τα “A Mended Rhyme” και “Sender of Thoughts”, θα πλασάρονταν στις υπολογίσιμες δυνάμεις της Ευρωπαϊκής σκηνής.

Τα χρόνια πέρασαν, πολλά άλλαξαν και ανάμεσα σε αυτά και ο ήχος των TAD MOROSE. Αφήνοντας στην άκρη τον prog μανδύα που τους χαρακτήριζε στα πρώτα τους βήματα, οι Σουηδοί μετατράπηκαν σε κάτι πολύ πιο σκοτεινό και επιθετικό κινούμενοι σε καθαρά power μονοπάτια. Αποκορύφωμα αυτής της μεταμόρφωσης είναι η τριπλέτα “Undead”, “Matters of the Dark” και “Modus Vivendi”, που αποτελεί μέχρι και σήμερα σταθμό στην πορεία της μπάντας.

Fast forward στο σήμερα και την ανακοίνωση για το νέο δίσκο που ενθουσίασε τους φίλους της μπάντας, που, όπως και να το κάνουμε, τρέφουν ακόμα κρυφές ελπίδες για ένα νέο “Modus Vivendi”. Κατά πόσο όμως κάτι τέτοιο είναι εφικτό με τον Urban breed να είναι «αλλού» και τη μπάντα να ψάχνει ακόμα τα βήματά της πέντε χρόνια μετά το comeback;

Η απάντηση θα έρθει γρήγορα με το [single] “Apocalypse” , καθώς όλα όσα περιμένεις να ακούσεις από ένα TAD MOROSE κομμάτι είναι εκεί: τσιρίδες, ριφάρες, rhythm section που οργώνει, ταχύτητες, ατμόσφαιρα, κλπ. Επιτυχία 100%, σωστά; Όχι ακριβώς. Αφού ξεθύμανε ο αρχικός ενθουσιασμός, και αφού το κομμάτι έκανε τον κύκλο του, κάτι δε μου κόλλαγε, πράγμα που συνεχίστηκε και αφού το πήρα το δισκάκι στα χέρια μου.

Όλα τα επιμέρους συστατικά του άλμπουμ σε προδιαθέτουν για το ιδανικό αποτέλεσμα, αλλά στα αυτιά μου τουλάχιστον, η μπάντα δεν φτάνει ποτέ σε αυτό. Ναι, ο δίσκος έχει καλές στιγμές (πχ “Vaunt the Cynical”, “Yet You Still Preach”, “I Am Night” & “Nemesis”) και υπάρχει ποιότητα παραγωγής, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του ακούγεται ασύνδετος, με μερικά μόνο από τα δεκατέσσερα κομμάτια να έχουν να πουν κάτι. Είναι λες και η ιστορική αυτή μπάντα έπεσε θύμα του «συνδρόμου» που διακατέχει τη σημερινή… άχρωμη power metal σκηνή.

Η μία ώρα και τέσσερα λεπτά που διαρκεί ο δίσκος είναι πάρα πολλά με αποτέλεσμα να κουράζει. Τραγούδια που αγγίζουν κατα μέσο όρο τα τεσσερα λεπτά, τελειώνουν πριν ουσιαστικά ξεκινήσουν. Τα μισά από αυτά θα μπορούσαν κάλλιστα να λείπουν χωρίς κανείς να καταλάβει το παραμικρό. Ίσως κάτι τέτοιο να έδινε και χώρο για την ανάπτυξη των δυνατών κομματιών του δίσκου που θα μας έκαναν να παραμιλάμε. Ίσως.

To “Chapter X” με δυσκόλεψε παραπάνω από όσο θα ήθελα. Παρόλο που προσπάθησα να μου αρέσει με τη πρώτη «αυτιά», τελικώς αρκέστηκα στα μετρημένα κομμάτια που πραγματικά είχαν κάτι να μου πουν. Στην ερώτηση «αξίζει ο δίσκος;» θα απαντήσω με ένα κοφτό και μετρημένο «ναι». «Ναι», μόνο και μόνο για τα κομμάτια που μετράνε. «Ναι», γιατί στην τελική μιλάμε για δίσκο TAD MOROSE που ίσως και να αποτελεί πολυτέλεια στις μέρες μας.

Συνέντευξη με τους RAGENHEART

Γεια χαρά και καλώς ήρθατε! Αν και είμαι σίγουρος ότι αρκετοί από τους αναγνώστες μας σας γνωρίζουν από παλιά, θα μπορούσατε να συστήθηκε για αυτούς που ενδεχομένως να διαβάζουν για τους RAGENHEART για πρώτη φορά;

Βεβαίως. Η μπάντα δημιουργήθηκε το 2002 από εμένα (σσ: Angel Priest) και τον Γιάννη Κορωναίο (κιθάρα και φωνή αντίστοιχα). Η σύνθεση και το όνομα της μπάντας (“αυτοσχέδια” λέξη από τη φράση Rage in Heart…) σταθεροποιήθηκαν με τον Νίκο Μιχαλακάκο στο μπάσο, τον Σταύρο στα πλήκτρα και τον Nick Speedy στα ντραμς, οπότε και ηχογραφήσαμε ένα demo το 2006 το οποίο πήγε πάρα πολύ καλά σε Ελλάδα και εξωτερικό.

Μετά μπήκαμε ξανα στο στούντιο ώστε να συνθέσουμε και να ηχογραφήσουμε full length cd το οποίο και κυκλοφόρησε το 2010 από την ιταλική Metal On Metal Records. Ακολούθησαν live για την προώθηση με πολλές ξένες και ελληνικές μπάντες. Το 2013 ξεκινήσαμε να γράφουμε τα νέα τραγούδια που τελικά κυκλοφόρησαν με το “The Last King” την άνοιξη του 2018.

Η σύνθεση της μπάντας είναι η εξής:

Γιάννης Κορωναίος – φωνή
Angel Priest – κιθάρα
Τάκης Κορωναίος – κιθάρα
Νίκος Μιχαλακάκος – μπάσο
Nick Speedy – drums

Βρισκόμαστε περίπου οκτώ χρόνια μετά τη κυκλοφορία του πρώτου δίσκου. Πρόκειται για ένα μεγάλο διάλειμμα και πέρα από κάποια updates στα social, ομολογώ ότι σας είχα χάσει από το “ραντάρ”. Τι μεσολάβησε όλο αυτό το καιρό;

Τίποτα δεν μας έφταιξε ουσιαστικά. Εως το 2013 κάναμε διάφορα live προώθησης του δίσκου. Γράφαμε και προβάραμε νέο υλικό. Μετά προχωρούσαμε πάρα πολύ αργά στη διαδικασία ηχογράφησης. Μας είχες χάσει και από το ραντάρ γιατι εκτός από τους αργούς ρυθμούς, απείχαμε και από τα live, θέλοντας να έχουμε και μια δεύτερη κυκλοφορία ώστε να εμπλουτίσουμε και το set-list.

“The Last King”. Πότε ξεκίνησε να παίρνει σάρκα και οστά; Τα κομμάτια που περιέχονται στο δίσκο είναι πρόσφατο υλικό ή αφορά και υλικό της πρώτης περιόδου;

Ξεκίνησε να παίρνει σάρκα και οστά όταν είχαμε συνθέσει τα πρώτα κομμάτια του, το 2013 περίπου. Αν δεν κάνω λάθος το πιο πρόσφατο κομμάτι του δίσκου είναι του 2015.

Σε αυτό το δίσκο βλέπουμε ότι υπήρξε μια “δομική” αλλαγή στη σύνθεση. Τα πλήκτρα έχουν αντικατασταθεί από τη δεύτερη κιθάρα, αλλά παρόλα αυτά συνεχίζουν να υπάρχουν στις ενορχηστρώσεις. Σε παλαιότερες εμφανίσεις σας, αν δεν κάνω λάθος, συνυπήρχαν και τα δύο επί σκηνής. Ποιος ο λόγος για την αλλαγή; Να περιμένουμε στροφή σε πιο σκληρό ήχο;

Πολύ καλές παρατηρήσεις. Ο δεύτερος κιθαρίστας Τάκης Κορωναίος μπήκε στη μπάντα μετά την κυκλοφορία του πρώτου δίσκου και συνυπήρχε στα live με τον πληκτρά, ο οποίος δυστυχώς αποχώρησε πριν τις ηχογραφήσεις του “The Last King”. Δεν ήταν στα πλάνα της μπάντας να μην έχουμε πλήκτρα, τα οποία και χρειαστήκαμε στο Last King και τα έπαιξε ο κιθαρίστας Τάκης Κορωναίος. To τι θα κάνουμε στα live με τα πλήκτρα, παραμένει ένα θέμα… Πάντως ήταν πρόθεση της μπάντας να μην έχουμε πλήκτρα σε όλα τα κομμάτια αυτού του δίσκου, ήταν έτσι η δομή και η φύση αυτών των κομματιών.

Στροφή της μπάντας σε πιο σκληρό ήχο?… Πραγματικά ούτε εμείς δεν ξέρουμε τι θα γράψουμε την επόμενη φορά…. Πχ, πιστεύω πως το “Fear” ηταν ένα στυλ τραγουδιού που δεν είχαμε παλιότερα κι όμως μας ταίριαξε στις πρόβες, μας άρεσε.

Θα ήθελες να μας πεις λίγα λόγια σχετικά με την ανάθεση των ορχηστρικών συνθέσεων σε guest μέλος (σσ: Γιάννης Σκαλκώτος); Πως και πήρατε την απόφαση να τα αναθέσετε εκτός μπάντας;

Θέλαμε να έχουμε μια ενορχήστρωση με συμφωνικά όργανα στο ομώνυμο κομμάτι “The Last King” και το intro του, αλλά και στο “Dreamer”. Δεν το είχαμε ξανακάνει και μας άρεσε η ιδέα, πιστεύαμε ότι ήταν απαραίτητο στα συγκεκριμένα τραγούδια και το ύφος τους. Ο πληκτράς μας είχε αποχωρήσει και κανείς μας δεν είχε τις γνώσεις για κάτι τέτοιο. Οπότε απευθύνθηκα στον συνθέτη Γιάννη Σκαλκώτο που γνώριζα τις ικανότητές του. Του άρεσαν τα τραγούδια, οπότε ξεκίνησε τη δουλειά στα κομμάτια χωρίς κάποια κατεύθυνση από εμάς. Μόλις ακούσαμε την ενορχήστρωση του, μπορώ να πω ότι το αποτέλεσμα ξεπέρασε τις προσδοκίες μας και δικαιωθήκαμε σε αυτόν τον πειραματισμό μας. Υπήρξαν και συζητήσεις ώστε να έχουμε σταθερή συνεργασία με τη μπάντα και στα live, αλλά είναι δύσκολο λόγω των επαγγελματικών του υποχρεώσεων.

Ακούγοντας το “The Last King”, αν ήθελα να σας κατατάξω κάπου, θα έλεγα ότι κινείστε μεταξύ “κλασικού” heavy και πιο “μοντέρνου” power, ενώ και το μελωδικό στοιχείο είναι αρκετά έντονο σε όλες τις συνθέσεις. Πως θα περιέγραφες εσύ τη μουσική σας;

Είναι ακριβώς όπως τα λές. Επίσης, δεν μπορώ να την κατατάξω κάπου με μια ταμπέλα. Και αυτό γιατί οι επιρροές μας καλύπτουν ένα φάσμα από το κλασικό ροκ, το κλασικό 80s metal έως το σύγχρονο power metal. Ο δίσκος είναι πολυδιάστατος.

Ο δίσκος χαρακτηρίζεται από αρκετή ποικιλία. Έχουμε κομμάτια όπως το επικολυρικό “The Last King”, το πιο επιθετικό “Fear”, ενώ παράλληλα υπάρχουν και τα πιο “χαλαρά” κομμάτια όπως το “Metal Rules the Night” ή το “Dreamer”. Πως λειτουργείτε σαν μπάντα συνθετικά; Ποιοι γράφουν τα κομμάτια;

Το μόνο σίγουρο, είναι ότι πάντα θα έχουμε ποικιλία, μας κουράζει να γράφουμε μόνο με ένα συγκεκριμένο τρόπο ή μόνο ένα στυλ. Θέλουμε να εξερευνουμε πράγματα και να εκπλήσουμε ευχάριστα και εμάς και τον ακροατή και πάντα metal βέβαια… Όντως τα τραγούδια που ανέφερες είναι 100% Ragenheart αλλά δεν επαναλαμβάνονται τα στυλ τους και το ύφος τους. Αυτό γίνεται αυθόρμητα, επηρεάζει βέβαια και το mood και η θεματολογία του κάθε τραγουδιού.

Τα κομμάτια τα γράφουμε ως επι το πλείστον εγώ με τον Γιάννη. Στον προηγούμενο δίσκο έιχαν συνεισφέρει συνθετικά και ο Νίκος και ο Σταύρος αλλά στο Last King το βάρος έπεσε αποκλειστικά σχεδόν σε εμένα και τον Γιάννη. Η διαδικασία ποικίλει, πχ θα γράψω εγω τη μουσική σε κάποιο track και ο Γιάννης τους στίχους ή το αντίστροφο. Ο Γιάννης είναι μουσικός μεγάλου εύρους και μπορεί να γράφει κάποιο riff ή κάποιες ρυθμικές κιθάρες που να του ταιριάζουν στα λόγια κλπ. Λόγω της μεγάλης γκάμας της φωνής του και της αντίληψής του, έχω την πολυτέλεια να μπορώ να γράφω από διάφορες νότες και να μπορώ να γράφω κομμάτια από μια μελωδική μπαλάντα έως και κάτι πολύ aggressive και up-tempo. Μετά όλοι μαζί στις πρόβες δουλεύουμε τις συνθέσεις έως την τελική τους μορφή.

Επιρροές και αγαπημένοι δίσκοι;

Λοιπόν, … Εγώ προσωπικά, από επιρροές μου θα έλεγα Viv Campbell, Zakk Wylde, Yngwie, Adrian Smith, Victor Smolski, Joey Tafolla, John Sykes, … Aπό μπάντες Crimson Glory, Gargoyle, Hittman, Priest, Accept, Lethal, ‘Ryche, Stormwitch, Dio, Evergrey, Magnitude9, Kamelot, Rainbow, Conception, Disturbed, Savatage, Riot, Sabbath (Martin Era)…. Tα υπόλοιπα παιδιά εχουν πιο κλασικές καταβολές, ο μπασίστας είναι σε φάση Jimmy Bain/Geezer Butler, είναι Sabbathικός, ο τραγουδιστής πολλά από τα προηγούμενα plus Whitesnake, Deep Purple, Maiden κλπ…

Θα ήθελες να μοιραστείς λίγες πληροφορίες σχετικά με την παραγωγή; Ποιος επιμελήθηκε των ηχογραφήσεων, που έγινε η μίξη/mastering, συντελεστές κλπ;

Οι ηχογραφήσεις έγιναν στο στούντιο του κιθαρίστα μας Τάκη Κορωναίου «SoundAddict Studios» o οποίος είναι επαγγελματίας sound engineer/producer οπότε είχαμε την εξαιρετική τύχη να έχουμε παραγωγό μας έναν άνθρωπο της μπάντας που γνώριζε τον ήχο που θέλαμε και που μας ταίριαζε και τον υλοποίησε με τον ιδανικότερο τρόπο. Μας κατηύθυνε στα recording sessions στο ρόλο του παραγωγού και συνέθεσε το παζλ των κομματιών κάνοντας την μίξη και το mastering του δίσκου. Είναι συνεχώς εξελισσόμενος τόσο σε τεχνικές γνώσεις, όσο και στην συνεχή αναβάθμιση του εξοπλισμού του με σύγχρονα στάνταρντς.

Προχωρώντας στο κομμάτι της θεματολογίας, ο τίτλος, το εξώφυλλο και το opening track είναι αφιερωμένα στην ιστορία του Βυζαντίου και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Πως και επιλέξατε αυτό το θέμα;

Ήταν φυσικό για μας γιατί από τότε που φτιάξαμε τη μπάντα, πάντα είχαμε τραγούδια με θέματα ιστορικού περιεχομένου (βλ. Talos, Spartan…) H ιστορία είναι τεράστια πηγή θεματολογίας και έμπνευσης. Επίσης, η συγκεκριμένη αυτοκρατορία έχει αγνοηθεί –ως επι το πλείστον- από το metal αλλά και από το Hollywood. Η σύντομη –σχετικά- ιστορία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και η μάχη του να σώσει ότι είχε απομείνει από την Αυτοκρατορία, πιστεύω πως ήταν από τις επικότερες μάχες όλων των εποχών, η ανδρεία, η αυταπάρνηση, οι ηγετικές του ικανότητες και το ήθος που έδειξε πιστεύω πως έπρεπε οπωσδήποτε να γίνει ένα metal τραγούδι. Η στάση του επίσης είναι διαχρονική, δεν περιορίζεται στην τότε εποχή. Ανέλαβε το δύσκολο βάρος της διακυβέρνησης χωρίς να γκρινιάζει για τα λάθη των προκατόχων του, είπε το μεγάλο όχι στο «μνημόνιο» του Σουλτάνου με κάθε κόστος και πέθανε υπερασπίζοντας αυτό το όχι και την τιμή του λαού του (χωρίς να την κοπανήσει στο εξωτερικό…). Δηλαδή πράγματα που βιώνουμε και στη σημερινή εποχή, αλλά κανείς δεν είχε το σθένος να πει το «όχι» σε κάθε είδους ζυγό ή υποταγή με οποιοδήποτε κόστος. Άνθρωποι σαν τον τελευταίο Παλαιολόγο είναι αποτυπωμένοι στην ιστορία για να μας θυμίζουν τέτοια πράγματα.

Ένα απόγευμα που ξανα-διάβαζα την τελευταία του μάχη, μου ήρθε το riff αυθόρμητα στο μυαλό, πήρα μια κιθάρα και ξεκίνησα να το γράφω.

Ομολογώ πως βλέποντας το εξώφυλλο και ακούγοντας το promo video, περίμενα πως ο δίσκος θα έχει κάποιο concept. Αντί αυτού όμως, μόνο δύο (ή τρία) κομμάτια καταπιάνονται με το ίδιο θέμα. Πως και δεν πήγατε για ένα full-concept album;

Μόνον ένα κομμάτι αναφέρεται στον τελευταίο Αυτοκράτορα! Όλα τα υπόλοιπα είναι διαφόρων θεμάτων. Δεν μας πέρασε ποτέ από το μυαλό να είναι concept αυτός ο δίσκος γιατί ήδη γράφαμε τραγούδια με διάφορα θέματα και πιστεύω πως θα μας περιόριζε στη συγκεκριμένη φάση να ασχοληθούμε μόνο με ένα θέμα. Είχαν περάσει και αρκετά χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία (τρεις κυβερνήσεις μεσολάβησαν…) και μαζέψαμε πολλά ερεθίσματα. Το εξώφυλλο αντιπροσωπεύει μόνον το title track του δίσκου. Όπως και στον πρώτο δίσκο, επειδή περιέχει τις συνθέσεις του demo, το εξώφυλλο ουσιαστικά αντιπροσωπεύει το κομμάτι “In The Name Of God”

Να περιμένουμε συνέχεια επί του θέματος σε κάποια μελλοντική δουλειά;

Δεν έχουμε σκεφτεί κάτι τέτοιο. Δεν αποκλείω βέβαια στο μέλλον, αν υπάρχει συγκεκριμένη έμπνευση και αποφασίσουμε κάτι τέτοιο, να κάνουμε έναν concept δίσκο.

Η πλειοψηφία των συγκροτημάτων που επιλέγουν να ασχοληθούν θεματικά με τα μεσαιωνικά χρόνια (συν/πλην μερικούς αιώνες), τις πιο πολλές φορές καταπιάνονται με Ιππότες, Σαμουράι, Βίκινγκς κλπ. Λίγοι είναι αυτοί που “κοιτούν” προς τη Μεσόγειο και την Ανατολή για να αντλήσουν θεματολογία. Γιατί πιστεύεις ότι γίνεται αυτό;

Εξαιρετική ερώτηση! Αυτό γίνεται γιατί η «Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» δεν είναι popular! Εκτός από τη μουσική, η εποχή αυτή στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, αγνοείται και από το Hollywood. Στα 1000+ χρόνια της έχει να επιδείξει εντυπωσιακότατες μάχες, Φρούρια, σύμβολα, δόξα, τεράστια διπλωματία, βασιλικούς οίκους, ίντριγκες και δολοπλοκίες που θα έκαναν το game of Thrones να μοιάζει παιδικό… Τεράστια θεματολογία θα μπορούσαν να αντλήσουν οι μπάντες από αυτή την Αυτοκρατορία. Δεν είναι popular όμως γιατί δεν υπάρχει κάτι να θυμίζει αυτή την Αυτοκρατορία!

Με την πρώτη άλωση από τους «ευρωπαίους» «Σταυροφόρους», καταστράφηκαν και κλάπηκαν όλα τα έργα τέχνης, αγάλματα, χειρόγραφα, όλος ο χρυσός της Πόλης, δυαλύθηκαν σχεδόν τα πάντα. Ό,τι απέμεινε το κατέστρεψαν οι Οθωμανοί στη 2η Αλωση. Μονο η Αγια-Σοφιά έμεινε, που και σε αυτήν κατέστρεψαν τις τοιχογραφίες της. Στα βόρεια σύνορα οι Σλάβοι –στους αιώνες της δύσης της Αυτοκρατορίας- δυάλυσαν τα πάντα, κατέστρεψαν τα κάστρα, το ίδιο έγινε και στις νοτιο-ανατολικές επαρχίες όσο τα σύνορα συρρικνώνονταν… – Οπότε δεν υπάρχει ουσιαστικά κάτι που να θυμίζει την Αυτοκρατορία σήμερα! Πχ στην Σκωτία, στην Αγγλία, στη Γερμανία κ.α. βλέπεις εκατοντάδες κάστρα και παλάτια του δικού τους Μεσαίωνα… Οπότε αυτό ερεθίζει τη φαντασία του μουσικού, μπορει να πάει σε ένα κάστρο, να δει φωτογραφίες κλπ… Πχ στην Κωνσταντινούπολη επίσης δεν υπάρχει ούτε ένας βασιλικός τάφος πλέον από μια χιλιετία αυτοκρατόρων… Αυτό έχει επίσης σαν αποτέλεσμα την συνεχή μείωση βυζαντινών σπουδών παγκοσμίως.

Οπότε, εφόσον δεν υπάρχουν απομεινάρια, όπως αυτά που προανέφερα ή πχ τα μνημεία των αρχαίων Ελλήνων που πολλά σώζωνται έως σήμερα, δεν ασχολείται σχεδόν κανείς σε καλλιτεχνικό επίπεδο ενώ θα έπρεπε… Πχ, πόσοι γνωρίζουν ότι ενώ οι Βίκινγκς εξαπλώθηκαν στην Ευρώπη, κατατροπώθηκαν από τους Βυζαντινούς με το υγρό πυρ, ενώ αργότερα αποτελούσαν μέλη της βασιλικής φρουράς του Αυτοκράτορα? (βαραγγοι). Εξαιρετικά θέματα να ασχοληθεί κάποιος για μουσική/επική θεματολογία.

Έχοντας ακούσει το πρώτο άλμπουμ και γνωρίζοντας τα θετικά δείγματα γραφής που άφησε, θα φανταζόμουν ότι θα μπορούσατε να είχατε βρει στέγη σε κάποια εταιρεία του χώρου σχετικά εύκολα. Ήταν συνειδητή επιλογή το να το κυκλοφορήσετε μόνοι σας ή έγινε λόγω συγκυριών;

Ο πρώτος δίσκος με τη Metal On Metal πήγε καλά. Επίσης τα cd που δώθηκαν στη μπάντα για πωλήσεις σε live κλπ, εξαντλήθηκαν σε δυο μήνες από την κυκλοφορία. Όταν δημοσιοποιήσαμε ότι ετοιμάζουμε τον δεύτερο δίσκο, είχαμε εκδηλώσεις ενδιαφέροντος από εταιρίες, αλλά όπως είναι τα πράγματα στη δισκογραφία σήμερα επιλέξαμε να το κυκλοφορήσουμε μόνοι μας. Πιστεύω πως για underground μπάντες –αν δεν βρουν ένα πραγματικά συμφέρον deal- είναι ιδανικό να το κυκλοφορήσουν μόνες τους. Βέβαια αυτό χρειάζεται πού χρόνο, οργάνωση, επαφές κλπ…

Ένα άλλο σενάριο είναι να συνεργαστείς με μια εταιρία με καλο promotion και διανομή ώστε να κάνεις γνωστή τη μπάντα όσο γίνεται, χωρίς βέβαια να έχεις κάποιο σεβαστό οικονομικό όφελος… Απλώς για να επενδύσεις πάλι αργότερα σε επόμενο δίσκο…

Εν πάσει περιπτώση δικαιωθήκαμε έως τώρα στην επιλογή μας από πλευράς πωλήσεων –δεδομένης της σημερινής κατάστασης- με downloading, torrents κλπ…

Υπάρχει κάποιος διανομέας για το album σε Ελλάδα και εξωτερικό ή έχετε αναλάβει εξολοκλήρου και αυτό το κομμάτι; Πως μπορεί κανείς να το προμηθευτεί και να έρθει σε επικοινωνία μαζί σας;

Το cd κυκλοφορεί σε μορφή 3πτυχου special digipack για παραγγελία από το site μας www.ragenheart.net/shop και εκεί θα βρει και links για τις digital πλατφόρμες itunes, google play, amazon, spotify. Επίσης μπορεί κάποιος να το προμηθευτεί από το κατάστημα No Remorse Records (Γαμβέτα 4, Ομόνοια), από το κάτάστημα Steel Gallery Records (Φιλικής Εταιρείας 33, Θεσσαλονίκη). Tα καταστήματα αυτά το διανέμουν και στο εξωτερικό μέσω του δικτύου διανομής τους.

Σε επικοινωνία μαζί μας μπορεί να έρθει κάποιος μέσω του site μας www.ragenheart.net αλλά και μέσω του facebook, μπορεί εύκολα να αναζητήσει την μπάντα εκεί.

Είναι κάτι άλλο που θα ήθελες να αναφέρεις για το “The Last King”;

Είμαι πολύ ικανοποιημένος και υπερήφανος που κυκλοφορήσαμε αυτόν τον δίσκο γιατί είναι ακριβώς όπως τον θέλαμε και δεν θα άλλαζα τίποτα. Όλα φτιάχτηκαν με έμπνευση και μεράκι χωρίς περιττά πράγματα και fillers. Χαίρομαι που λαμβάνουμε θετικά feedbacks. Σε αυτόν τον δίσκο κάναμε τα πάντα μόνοι μας και επιτέλους είδαμε τον κόπο μας να γίνεται επίσημη κυκλοφορία.

Ποια είναι τα επόμενα βήματα από εδώ και πέρα; Θα υπάρξουν κάποια lives για τη προώθηση του δίσκου;

Σε πρώτη φάση θέλουμε να κάνουμε ένα “Release live” ώστε να παρουσιάσουμε τον δίσκο ζωντανά. Υπάρχουν και σχέδια για ζωντανές εμφανίσεις και για μετά το καλοκαίρι. Προσπαθούμε να βρούμε κάποιες ημερομηνίες για αυτόν τον σκοπό ενώ παράλληλα προβάρουμε. Από κει και πέρα είμαστε πλέον ανοιχτοί σε προτάσεις για live

Ξέρω πως ενδεχομένως να είναι νωρίς για τέτοιες ερωτήσεις, αλλά υπάρχουν σκέψεις και υλικό για τρίτο δίσκο;

Ναι βεβαίως υπάρχει νέο υλικό, γιατί δούλευα διάφορες ιδέες τα προηγούμενα χρόνια. Από αυτές μπορούν να προκύψουν τουλάχιστον 5 νέα τραγούδια plus αυτά που θα έχει δουλέψει ο Γιάννης. Όπότε θα ξεκινήσουν πρόβες για νέα κομμάτια μετά τα πρώτα live υποθέτω.

Αυτά από εμένα. Σας ευχαριστώ για το χρόνο σας και, πραγματικά, εύχομαι τα καλύτερα για το “The Last King” και τους RAGENHEART . Ο τελευταίος λόγος σε εσάς!

Γιάννη σε ευχαριστούμε πάρα πολύ για τις πολλές και ενδιαφέρουσες ερωτήσεις, δώθηκε η ευκαιρία στην μπάντα να παρουσιάσει τόσα πράγματα και –πιστεύω- ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες.

RAGENHEART – The Last King

Με τη προηγούμενη κυκλοφορία τους να τοποθετείται πριν από περίπου οκτώ χρόνια, είναι ξεκάθαρο πως οι RAGENHEART έπρεπε να πάρουν το χρόνο τους και να κάνουν τα πράγματα με το δικό τους ρυθμό.

«Αν θες να πας γρήγορα, πήγαινε μόνος, αλλά αν θες να πας μακριά, πήγαινε με παρέα» λέει το ρητό και τα παιδιά φαίνεται να συμφωνούν. Το lineup έχει μείνει σχεδόν «ατόφιο» όλα αυτά τα χρόνια, με μοναδική εξαίρεση την αντικατάσταση των πλήκτρων από μια δεύτερη κιθάρα. Μια τέτοια κίνηση ίσως να θέλει να σηματοδοτήσει τη στροφή της μπάντα σε πιο βαρύ ήχο, οπότε θεωρώ πως μόνο θετικό πρόσημο μπορεί να έχει. Τα πλήκτρα εξακολουθούν να υπάρχουν σε κάποιες από τις συνθέσεις, αλλά η παρουσία τους είναι πιο διακριτική σε σχέση με τη προηγούμενη κυκλοφορία. Ίσως σε αυτό να βοηθάει και η παραγωγή που, στα δικά μου τουλάχιστον αυτιά, ακούγεται αρκετά πιο «συμπαγής» και ογκώδης.

Σε ότι αφορά το μουσικό κομμάτι τώρα, έχουμε να κάνουμε με 9 + 2 (intro/outro) κομμάτια αγνού metal με αρκετά power στοιχεία, αλλά και αρκετές πινελιές από το κλασικό «ρεπερτόριο». Έτσι, όσο ο δίσκος παίζει είμαι σίγουρος πως θα εντοπίσετε επιρροές από αγαπημένες κλασικές μπάντες όπως BLACK SABBATH (Dio/Tony Martin era), SAXON, BON JOVI, αλλά και πιο σύγχρονες, όπως WOLF (Swe), τελευταία JAG PANZER, MYSTIC PROPHECY κλπ. Στο μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ, οι συνθέσεις κινούνται σε mid-tempo ρυθμούς, αλλά υπάρχουν κομμάτια, όπως το επιθετικό “Fear” ή το μελωδικό “The End”, που αποκλίνουν του κανόνα.

Αν ρωτήσεις τριγύρω για το “καλύτερο” κομμάτι του δίσκου, είμαι σχεδόν σίγουρος πως οι περισσότεροι θα απαντήσουν ότι πρόκειται για το ομώνυμο, “The Last King”, και δεν θα έχουν άδικο. Εγώ πάντως μιας και είμαι πνεύμα αντιλογίας, θα έλεγα ότι η μπάντα ξεδιπλώνει τη δυναμική και το ταλέντο της στο δεύτερο μισό του δίσκου. Ναι, τα “The Last King” και “Fear” είναι φοβερά, αλλά κομμάτια σαν τα “Dreamer”, “Forever Rain”, “Metal Rules the Night” και το αγαπημένο μου “The End”, κατάφεραν να χτυπήσουν περισσότερες ευαίσθητες χορδές σε σχέση με τα πρώτα.

Ρίχνοντας μια ματιά στο εικαστικό κομμάτι της κυκλοφορίας, είναι προφανές ότι η μπάντα τρέφει μια αδυναμία για τη Βυζαντινή ιστορία. Αυτός είναι και ο λόγος που ο τίτλος του άλμπουμ, το εξώφυλλο, και το opener, “The Last King”, είναι αφιερωμένα στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον τελευταίο αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Δυστυχώς όμως, για εμάς, τους φίλους της ιστορίας και των concept άλμπουμ, η ενασχόληση της μπάντας με τη συγκεκριμένη θεματολογία σταματά εκεί, καθώς όλα τα υπόλοιπα κομμάτια πραγματεύονται διαφορετικά θέματα.

Θα ήθελα να σταθώ για λίγο στο κομμάτι της θεματολογίας. Θα ήθελα να δω περισσότερες μπάντες να καταπιάνονται με την ιστορία της Μεσογείου και της ευρύτερης περιοχής κατά το μεσαίωνα. Υπερπληθώρα συγκροτημάτων αναλώνεται στιχουργικά σε ιστορίες για ιππότες, βίκινγκς ή αρχαίους τζενέρικ πολεμιστές, δίνοντας την αίσθηση πως δεν υπήρξε τίποτε άλλο στο πέρασμα των αιώνων. Ίσως η συγκεκριμένη ιστορική περίοδος να μην είσαι τόσο θελκτική (δε πουλάει βρε αδερφέ, τι να κάνουμε), αλλά προσεγγίσεις όπως το concept 1821 των MARAUDER ή το Bleed Babylon Bleed των REFLECTION είναι τουλάχιστον ενδιαφέρουσες.

Αρκετά όμως με τη γκρίνια μιας και κάπου εδώ θα πρέπει να κλείσω.

Συνοψίζοντας θα πω πως όσοι από εσάς τη «βρήκατε» με τον πρώτο δίσκο, αυτόν εδώ θα τον λατρέψετε. Από την άλλη, για όσους το The Last King αποτελέσει τη πρώτη επαφή με την μπάντα, είμαι σίγουρος πως θα βρείτε αρκετό «ψωμί» για πρώτο άκουσμα.

Tracklist: 1. A Thousand Years Empire / 2. The Last King / 3. Fear / 4. The Echo / 5. The Mirror / 6. Metal Rules The Night (The 80’s Outcast) / 7. Dreamer / 8. Blind Alley / 9. Forever Rain / 10. The End / 11. Our Mighty Past

Facebook: https://www.facebook.com/Ragenheart
Website: http://www.ragenheart.net

3 + 1 Ελληνικά Κιθαριστικά Άλμπουμς (Β’ Μέρος)

Σε αυτή τη σειρά ρίχνουμε μια ματιά σε ορισμένα κιθαριστικά άλμπουμ που, από τη δική μου σκοπιά, αποτελούν σταθμούς για την ελληνική μέταλ σκηνή. Παράλληλα, εστιάζουμε στους ανθρώπους κλειδιά πίσω από της μπάντες αυτές και τη γενικότερη συνεισφορά τους στην κιθαριστική εξέλιξη της εγχώριας σκηνής. Αν χάσατε το πρώτο μέρος της σειράς για τους ANGELO PERLEPES’ MYSTERY, μπορείτε να το διαβάσετε εδώ: 3 + 1 Ελληνικά Κιθαριστικά Άλμπουμ (Α’ Μέρος).

Προχωρώντας στη δεύτερη γενιά – όπως θέλω να ονομάζω – Ελλήνων κιθαριστών, περνάμε σιγά σιγά στην νέα χιλιετία, που επιφυλάσσει πολλά και διάφορα για την αγαπημένη μας μουσική. Τα κιθαριστικά “τεκταινόμενα” στην Ελλάδα δίνουν και παίρνουν και εγώ δε θα μπορούσα να σκεφτώ κάποιον άλλο να αναφερθώ σε αυτή την κιθαριστική αναδρομή πέρα του THEODORE ZIRAS.

Όσοι από εσάς είστε λίγο “δεινόσαυροι”, ίσως να θυμάστε πως η πορεία του Θοδωρή έχει ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, σχεδόν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 με τη συμμετοχή του στους ICE DIVINE & GUARDIAN ANGEL. Γιατί λοιπόν τον κατατάσσω στη δεύτερη γενιά κιθαρωδών από τη στιγμή θα μπορούσε δικαιωματικά να φιγουράρει στη πρώτη; Η εξήγηση είναι απλή: όσο και να μου άρεσαν οι δουλειές του Ζήρα από εκείνη τη περίοδο, όσο ενδεικτικές των ικανοτήτων του κι αν ήταν για τότε, δεν ήταν αντιπροσωπευτικές του ταλέντου του, κάτι που φάνηκε και στη συνέχεια της πορείας του.

Το μεγάλο “μπαμ” σε ότι αφορά τη παρουσία του Ζήρα στα μουσικά δρώμενα έγινε το 2003 με το album VIRTUAL VIRTUOSITY, ένα “σκληροπυρηνικό” κιθαριστικό instrumental δημιούργημα χωρίς σάλτσες και φιοριτούρες. Ήταν ένα αρκετά τολμηρό βήμα για τα ελληνικά δεδομένα και ένα στοίχημα το οποίο θεωρώ πως κερδήθηκε και με το παραπάνω. Βλέπετε, μπορεί το TRAINED TO PLAY να είχε προηγηθεί δύο χρόνια νωρίτερα, όμως ήταν η συγκεκριμένη κυκλοφορία που κατάφερε να τον φέρει στην κορυφή του ελληνικού “πρωταθλήματος”. Αν δεν απατώμαι, οι Έλληνες μέταλ μουσικοί που είχαν κυκλοφορήσει δύο instrumental album “back to back” μέχρι τότε, ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Όσο καλός όμως και αν είναι ένας κιθαρίστας στο να παίζει σόλο ή να συνθέτει instrumental albums, η μουσική δεν παύει ποτέ να είναι ομαδική υπόθεση, ιδίως δε, όταν μιλάμε για heavy metal. Επίσης, αυτό που ορισμένοι μπορεί να μην καταλαβαίνουν εκ πρώτης όψεως, είναι ότι το να μπορέσει ένας βιρτουόζος να ενταχθεί και να στηρίξει μια μπάντα σαν ισότιμο μέλος, είναι εξίσου δύσκολο με το να μπορεί να παίζει σόλο σαν και αυτό ή αυτό.

Οι λόγοι για αυτό είναι αρκετοί.

Πέρα από τη ταχύτητα, τα εντυπωσιακά περάσματα, τον φαντεζί εξοπλισμό και τη λίστα με τα κονσερβατόρια και τα σεμινάρια που έχει παρευρεθεί ένας κιθαρίστας, υπάρχουν πολλά άλλα χαρακτηριστικά που πρέπει να είναι εκεί για να μπορέσει κάποιος να ολοκληρωθεί σαν μουσικός. Αυτά είναι η σύνθεση, η εναρμόνιση με τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας, η παραχώρηση μουσικού χώρου σε αυτά (σσ: μην θυμηθώ τα πρόσφατα τραγελαφικά με τους μουσικούς “παρίες” του YNGWIE…), κλπ. Έτσι, αρκετές φορές βλέπουμε σολίστ/κιθαρίστες να σχηματίζουν μπάντες με σκοπό να παρουσιάσουν ένα προφίλ διαφορετικό από αυτό που τους έχουμε γνωρίσει, χωρίς τελικά να καταφέρνουν να μας “πείσουν”.

Ευτυχώς όμως για εμάς, οι EUROFORCE δεν ανήκουν σε αυτή τη κατηγορία.

EUROFORCE – EUROFORCE (2005)

Έχοντας αφήσει πίσω του το μοναχικό μονοπάτι του drum machine και των instrumental συνθέσεων, ο Ζήρας κάνει το επόμενο βήμα και μαζί με τον ΓΙΩΤΗ ΠΑΡΧΑΡΙΔΗ (VICTORY, ex-HUMAN FORTRESS) και τον ΣΠΥΡΟ ΚΑΜΠΑΣΑΚΑΛΗ στα φωνητικά και στα τύμπανα αντίστοιχα, συγκροτεί τους EUROFORCE. Με τη σύνθεση αυτή μας δίνεται η ευκαιρία να απολαύσουμε δώδεκα συνθέσεις αγνού europower με αρκετά neoclassical στοιχεία στα χνάρια των STRATOVARIUS και SYMPHONY X (και όχι μόνο).

Theodore Ziras - Euroforce

Το τελικό αποτέλεσμα κινείται σε αρκετά υψηλό επίπεδο κάτι που καθιστά το άκουσμά του δίσκου αρκετά απολαυστικό από αρχής μέχρι τέλους. Η “ποσότητα” των σόλο είναι ιδιαίτερα χορταστική χωρίς όμως να κουράζει, ενώ η ποιότητα στις κιθάρες και στα φωνητικά δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Μερικά από τα κομμάτια που ξεχώρισαν στα αυτιά μου είναι τα Spirit by my Side, The European Lie και το highlight του δίσκου Crown Seeker. Φυσικά από ένα τέτοιο εγχείρημα δε θα μπορούσε να λείπει και το instrumental κομμάτι-υπογραφή του Ζήρα με τίτλο Ubiquitous, το οποίο αποτελεί και ένα από τα βίντεο κλιπ του συγκεκριμένου δίσκου.

Για να είμαι πάντως ειλικρινής, βάσει των ικανοτήτων των κεντρικών “ηρώων” του lineup θα περίμενα κάτι πιο εντυπωσιακό σε επίπεδο συνθέσης και παραγωγής, αλλά ΟΚ, εγώ είμαι και λίγο παράξενος σε τέτοια θέματα.

Δυστυχώς, όσο και αν άρεσαν οι EUROFORCE, όσο υποσχόμενη και αν ήταν η πρώτη αυτή προσπάθεια, τα χρόνια πέρασαν και εμείς δεν καταφέραμε να δούμε συνέχεια με μια δεύτερη κυκλοφορια. Δεν πειράζει όμως, ας είναι. Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία.

Ελπίζω να τα ξαναπούμε στο τρίτο μέρος της σειράς.

3 + 1 Ελληνικά Κιθαριστικά Άλμπουμς (Α’ Μέρος)

Νομίζω πως ήρθε η ώρα να ρίξουμε λίγο φως στα πράγματα, να ανεβάσουμε ταχύτητες και να βουτήξουμε στα κρυστάλλινα νερά του ελληνικού κιθαριστικού μέτσολ!

Τα άλμπουμ για τα οποία θα μιλήσουμε δεν είναι απαραίτητα τα «καλύτερα» που έχει να επιδείξει η εγχώρια σκηνή. Είναι όμως αυτά που με σημάδεψαν σαν μουσικό (σσ: οργανοπαίχτης) και ακροατή όλα αυτά τα χρόνια που «σκαλίζω» τη φάση. Σε αυτή τη σειρά θα προσπαθήσω να καλύψω τρεις γενιές κιθαριστών που θεωρώ ότι έβαλαν το λιθαράκι τους ώστε να μείνει «κάτι» για τις επόμενες γενιές.

Οι κανόνες; Δύο και απλοί: Πρώτον, επιτρέπεται μόνο ένα άλμπουμ ανά συγκρότημα/κιθαρίστα και δεύτερον, αποκλείονται τα instrumental albums. Για πάμε να δούμε λοιπόν…

ANGELO PERLEPES’ MYSTERY – TALES… (1999)

Δε γίνεται να έχεις γεννηθεί σε αυτή τη χώρα, να γουστάρεις μελωδικούρες, “μαλμστινιές” και σκληρό ροκ στα χνάρια των RAINBOW, και να μην γνωρίζεις τον εν λόγω κύριο. Μιλάω φυσικά για τον Άγγελο Περλεπέ, τη κινητήρια δύναμη πίσω από τους ANGELO PERLEPES MYSTERY, και μια από τις πιο εμβληματικές φιγούρες της ελληνικής σκηνής απο τα γεννοφάσκια της.

Το ’99 λοιπόν, ο ANGELO PERLEPES με την παρέα του κυκλοφορεί το TALES…, έναν από τους πιο εμβληματικούς δίσκους που έχει να επιδείξει η τότε Ελληνική σκηνή. Mid & up-tempo ρυθμοί, καταιγιστικές μελωδίες, “σκούπισμα” ταστιέρας απ’ άκρη σ’ ακρη και η χαρακτηριστική φωνή του ΧΡΗΣΤΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, δεν αφήνουν περιθώρια για «εκπτώσεις» στο τελικό αποτέλεσμα. Αγαπημένα τραγούδια: Witche’s Cry, Tales… of the Unexpected, The Final Battle.

Μπορεί σήμερα ορισμένοι να μην βλέπουν το τέλειο κιθαρίστα όταν ακούν κάποια κυκλοφορία των MYSTERY. Ενδεχομένως και να έχουν δίκιο. Οι βιρτουόζοι-κιθαρίστες εκείνης τη γενιάς δεν μοιάζουν σχεδόν σε τίποτα με τους σημερινούς “υπερ-κιθαρίστες” που έχουν αναγάγει το παίξιμο σε άθλημα. Δεν θα πρέπει όμως να ξεχνούν ότι την εποχή που δισκογραφούσε ο Περλεπές (και ο κάθε Περλεπές) στην Ελλάδα, οι εξειδικευμένες κιθαριστικές μέθοδοι διδασκαλίας, τα online μαθήματα και γενικά η πρόσβαση στη κιθαριστική πληροφορία ήταν απλά ανέκδοτο.

Σήμερα με δύο «κλίκς» και λίγα χρήματα στο Paypal μπορείς να κάνεις μάθημα κιθάρας μέσω Skype με μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της παγκόσμιας πιάτσας. Τέτοια σκηνικά εκείνη τη περίοδο όχι απλά φάνταζαν επιστημονική φαντασία, αλλά θα γελούσαν μέχρι και τα πεζοδρόμια μαζί σου αν τολμούσες να ξεστομίσεις κάτι τετοιο.

hqdefault

Επί το έργω, ζωντανά στην εκπομπή Jammin της ΕΤ3

Παρόλα αυτά, με επίπονη και σκληρή δουλειά και κόντρα στις δυσκολίες της εποχής, οι MYSTERY έφτασαν να θεωρούνται και δικαίως η πρώτη neoclassical metal μπάντα στην Ελλάδα. Εμείς από τη μεριά μας, δεν έχουμε παρά να καθίσουμε αναπαυτικά και να απολαύσουμε μερικά από τα μίνι-έπη που μας έχουν χαρίσει, χωρίς να τα περνάμε από το κιθαριστικό μας μικροσκόπιο.

Συνέχεια στο Β’ μέρος της σειράς.

CANDLEMASS – Epicus Doomicus Metallicus

Είναι Σάββατο. Το πρωινό ξεκινά με ένα δυναμικό τριωράκι φυσικοχημείας στο φροντιστήριο. Η συνέχεια της ημέρας; Προδιαγεγραμμένη όπως κάθε εβδομάδα άλλωστε – αναζήτηση μουσικών «εδεσμάτων» στο κέντρο της Αθήνας. Τα ελάχιστα φράγκα, η σιγανή βροχή και το χαλασμένο μου walkman, είναι παραπάνω από καταλυτικά για τη μίζερη διάθεσή μου. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, είμαι και αναποφάσιστος. Τα “SOS” του METAL INVADER δεν βοήθησαν καθόλου και έτσι δεν ξέρω που να πονταρω τα λιγοστά χρήματά μου.

Φτάνω με το λεωφορείο στο τέρμα Ακαδημίας. Η ψιχάλα έχει μετατραπεί σε μπόρα και τα λιγοστά βήματα που κάνω μέχρι να χωθώ κάτω από τις πολυκατοικίες είναι αρκετά για να γίνω λούτσα. Ψελλίζω λίγα «γαλλικά» απευθυνόμενος στους ουρανούς και μπαίνω – στάζοντας – στο STEEL GALLERY (ex-Unisound). Χαιρετώ τον «Όμεν» και κατευθύνομαι προς τα ράφια με τα βινύλια. Ο ψυχαναγκασμός μου δεν μου αφήνει περιθώριο από το να ξεκινήσω την αναζήτησή μου αλφαβητικά.

Αφού προσπερνώ BLACK SABBATH, BOLT THROWER, CHASTAIN και CITIES, πέφτω πάνω σε ένα μαύρο εξώφυλλο το οποίο θυμίζει Black Album. «Μόνο που είμαι ακόμα στο “C”», σκέφτομαι. Προσπαθώ να αποκρυπτογραφήσω αυτό που έχω μπροστά μου, όταν μπαίνει στο μαγαζί ένας χαιτέος. Το μουσκεμένο τζιν μπουφάν του ξεχειλίζει ατσάλι. Χαιρετά τον Όμεν και έρχεται προς το μέρος μου για να ριχτεί στη ίδια μάχη με μένα.

Παιδιά για υιοθεσία…

Λίγο αργότερα, και ενώ αναρωτιέμαι πως οι θεούληδες στην BLACK DRAGON κατόρθωσαν να συνδυάσουν το σχεδόν ψυχεδελικό οπισθόφυλλο του τρισμέγιστου ERIC LARNOY με την εξωπραγματική φράντζα του LEIF EDLING, ακούω από πίσω μου μια φωνή.

– Χαιτέος: Φιλαράκι, δεν είναι και πολύ καλό το συγκεκριμένο…
– Εγώ: Ναι, ε; Γιατί;
– Χ: Ε, πολύ βαρετοί. Παίζουν αργά, δύο νότες το λεπτό… χαχα!
– Ε: Μάλιστα…
– Χ: Ναι! Σκέψου Sabbath, αλλά με σόλα (σσ: κιθαριστικά) Malmsteen.
– Ε: Το’ πιασα. Σ’ ευχαριστώ.
– Χ: Τίποτα αδερφέ. Τσέκαρε καλύτερα τους ___ να γουστάρεις γκάζια!
– Ε: Έγινε φίλε, να’ σαι καλά!

Ο τύπος πρέπει να μου έκανε πλάκα! Τι καλύτερο από ριφάρες Sabbath με neoclassical σολάρες;! «Αυτοί οι θρασάδες πρέπει να το έχουν κάψει από το πολύ τούπα – τούπα,» σκέφτομαι βαδίζοντας προς το ταμείο με το βινύλιο στο χέρι. Νιώθω λίγες τύψεις που αγνοώ τις συμβουλές του είναι η αλήθεια. Τελικά, καταθέτω τις παπαριασμένες από τη βροχή δραχμές μου στο metalικό παγκάρι του Steel Gallery και παίρνω τον μακρύ – και υγρό – δρόμο της επιστροφής.

Μετά από πολύ ύπτιο, κόπο και απόγνωση, μπαίνω σπίτι όπου και διαπιστώνω πως όλοι λείπουν. Στιγμιαίο WTF, μέχρι να μου έρθει: τους είχε «μαγκώσει» η θεία μου σε τραπέζωμα. «Ωραία…». Αράζω καναπέ έχοντας ήδη πατήσει το «ΟΝ» στο πικαπ. Η βελόνα συναντά κάπως άτσαλα τα grooves και εγώ στήνω αυτί για να ακούσω τις Sabbath ριφάρες που μου υποσχέθηκαν. Πόσο αθώος ήμουν…

Η μουσική ξεκινά με τη δωδεκάχορδη θεά να υφαίνει τον ιστό της, απλώνοντας έτσι μια πρωτόγνωρη μαυρίλα στο δωμάτιο. Τα πλήκτρα που ακολουθούν μου φέρνουν στο μυαλό σκηνές από ασπρόμαυρες ταινίες τρόμου, ενώ η παραμορφωμένη – από τα εφέ – φωνή του JOHAN LÄNGQUIST αποδομεί όλη μου την ύπαρξη λέξη προς λέξη. Σαστίζω. Σίγουρα δεν είναι αυτό που περίμενα να ακούσω.

Ασυναίσθητα σηκώνομαι και ρίχνω μια ματιά έξω από το παράθυρο. Η καταιγίδα τόση ώρα δε λέει να κοπάσει. Έχει σκοτεινιάσει και το μόνο που φαίνεται είναι τα φώτα του δρόμου που καθρεφτίζουν στη βροχή. Η εισαγωγή τελειώνει, δίνοντας έτσι ευκαιρία για μερικές ανάσες. Απρόσμενα γενναιόδωρο.

«Please, let me die in solitude…» και τα ρεύματα στις κιθάρες ανεβαίνουν επικίνδυνα.

Μια από αυτές αρχίζει να εκδηλώνεται αργά και βασανιστικά. Μια νότα τη φορά. Θα ορκιζόμουν πως πρόκειται για τρένο που σπρώχνει το σκουριασμένο κουφάρι του σε πείσμα του χρόνου. Κοντά έπεσα. Κλείνω για μια στιγμή τα μάτια και αυτό που βλέπω με τρομάζει. Το τρένο που φαντάστηκα υπάρχει, είναι μπροστά μου και σέρνει πίσω του αμέτρητες ψυχές. Είναι ένα τρένο που κυλά σε μια γη αφιλόξενη, ξένη, που υπακούει μόνο στους ρυθμούς της μπάντας. Μια νότα τη φορά. Το παρεάκι που χάζευα στο οπισθόφιλο λίγες ώρες πριν, τώρα δηλώνει παρών και οργιάζει.

Zdzisław Beksiński

Αν το EDM ήταν πίνακας ζωγραφικής, θα ήταν μάλλον ένας Zdzisław Beksiński.

Το κομμάτι τελειώνει, μα το τρένο δε σταματά. Η σιλουέτα που εμφανίζεται στη θέση του οδηγού ουρλιάζει για περισσότερο κάρβουνο. Οι θερμαστές σε έκσταση ταΐζουν το μεταλλικό θηρίο και αυτό ανεβάζει στροφές. Η απόσταση που μας χωρίζει μικραίνει και, πλέον, μπορώ να δω καθαρά. Τώρα πια, δεν υπάρχει αμφιβολία. Η θέση μου είναι δίπλα σε όλες αυτές τις καταραμένες ψυχές, που ένας θεός ξέρει πόσο καιρό περιφέρονται βουβές σε αυτή την στείρα γη. Ανάσα βαθιά, κλεφτή ματιά πίσω και το ταξίδι ξεκινά…

Το ημερολόγιο έγραφε 10 Ιουνίου 1986 όταν οι Σουηδοί κυκλοφόρησαν το δίσκο που έμελλε να ορίσει ένα ολόκληρο ιδίωμα. Epicus Doomicus Metallicus. Τρεις λέξεις που τον περιγράφουν όσο τίποτα άλλο, και που, μοιραία,  συνδέθηκαν με ένα και μόνο όνομα. CANDLEMASS. Οι σκοτεινές ιστορίες για διαβολικές πύλες και μάγους που ξεδίψασαν με αίμα, αποτέλεσαν την ιδανική μαγιά για όσα επακολούθησαν, ενώ η μουσική αφήγηση του LEIF EDLING – ο οποίος σαν μουσικός αλχημιστής μετέτρεψε την καταχνιά των πρώιμων BLACK SABBATH στην απόλυτη μεταλλική της έκφανση – κατάφερε αυτό που ενδεχομένως δεν κατάφεραν οι TROUBLE δύο χρόνια νωρίτερα.

Η συνέχεια; Κάτι παραπάνω από ιδανική.

Ο MESSIAH MARCOLIN αναλαμβάνει «χρέη» πίσω από το μικρόφωνο και γίνεται σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη σκηνή. Οι 3 + 1 δίσκοι που φιγουράρει [Nightfall, Ancient Dreams, Tales…, Live] θωρακίζουν αδιαμφισβήτητα τα θεμέλια που έθεσε το ντεμπούτο.

Ακολουθούν αποχωρήσεις μελών, ανακάτεμα της τράπουλας και νέα παρτίδα για διαφορετικά γούστα αυτή τη φορά. Το αποτέλεσμα είναι καλό, αλλά η τάση για αλλαγή στον ήχο παραπάνω από έκδηλη.

Αναπόφευκτα, έρχονται τα χρόνια της «παρακμής». Η μπάντα αλλάζει, απομακρύνεται από τις ρίζες της, αλλά καταφέρνει να διατηρήσει το σκοτεινό της προσωπείο. Η επανασύνδεση με τον Messiah λίγα χρόνια αργότερα θα την ξαναβάλει στις ράγες, αλλά παράλληλα θα είναι η τελευταία πράξη μιας παράστασης που θα αφήσει πικρή γεύση σε πολλούς.

Αυτό που θα ακολουθήσει, όμως, και το οποίο δεν τολμούσαμε να ξεστομισουμε ούτε στα πιο τρελά μας όνειρα, θα γίνει επιτέλους πραγματικότητα.

Η έκταση, η λυρικότητα και η θέρμη της φωνή του ROBERT LOWE των SOLITUDE AETURNUS θα βρει τρόπο να τρυπώσει «ψυχρή» παρέα των πέντε Σουηδών. Θα αποτελέσει έτσι το ιδανικό συστατικό για ένα νέο ξεκίνημα, με τον Edling να εκμεταλλεύεται στο έπακρο το momentum που του χάρισε αυτή η μεταγραφή. Με τον Lowe οι CANDLEMASS θα ξαναμπούν σε τροχιά έντονης παραγωγικότητας και θα εμφανιστούν ενώπιον όλων πιο αποφασισμένοι από ποτέ. Όλα αυτά, βέβαια, σε μια πρώτη ανάγνωση, γιατί η πραγματικότητα εντός των τειχών είναι εντελώς διαφορετική. Τρεις δίσκους μετά, τα φαντάσματα που στοιχειώνουν τον Τεξανό τραγουδιστή θα επισκιάσουν εν τέλει την απόδοσή του, και η ρήξη με τον ηγέτη της μπάντας δεν θα αποτελέσει έκπληξη για κανένα.

Έκτοτε το μονοπάτι θα σκοτεινιάσει επικίνδυνα.

Τα προβλήματα υγείας και οι λάθος επιλογές του Leif θα επιφέρουν πλήγμα όχι μόνο στη μπάντα, αλλά και στο κοινό που την ακολουθεί χρόνια. Η θυσία ενός ονόματος στο βωμό του κέρδους είναι κάτι με το οποίο έχουμε μάθει να ζούμε καιρό τώρα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα γίνει σε αυτή τη περίπτωση δεν έχει προηγούμενο. Η ιστορία του επικού Doom Metal ξεπουλιέται – στην κυριολεξία – σε ένα βράδυ για μερικές ζαριές και λίγες «βόλτες» στη ρουλέτα. Και όλα αυτά, γιατί; Για λίγα φράγκα παραπάνω; Ευχαριστώ, αλλά δε θα πάρω. Το συγκεκριμένο γεγονός θα αποτελέσει το πιο σκοτεινό σημείο στην ιστορία του Edling ως ηγέτη των CANDLEMASS. Πιο σκοτεινό ακόμα και από τους κόσμους που ο ίδιος έχει πλάσει όλα αυτά τα χρόνια. Μόνο οι KISS θα μπορούσαν να σκεφτούν κάτι τόσο ειδεχθές όσο το να «κρύψεις» τη μουσική σου πίσω από ένα τείχος τζόγου.

Πικρία, θυμός, απογοήτευση.

Παρόλα αυτά, το ταξίδι συνεχίζεται.

Ο μαέστρος έχει αφήσει πια το τιμόνι και έχει αποσυρθεί στα ιδιαίτερά του, συντροφιά με τους δαίμονες που τον κατατρέχουν. Όλοι ξέρουν ποιος είναι και όλοι γνωρίζουν τι έχει κάνει. Μα πιο καλά από όλους γνωρίζει εκείνος. Δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα και σε κανέναν. Το έχει γράψει και η ιστορία άλλωστε, και ό,τι γράφει, δεν ξεγράφει…

OCEAN OF GRIEF – Nightfall’s Lament

Μερικές φορές εύχεσαι να γύριζες το χρόνο πίσω για να αλλάξεις επιλογές για τις οποίες μετάνιωσες. Κάπως έτσι ξεκινά η σχέση μου με τη μουσική των OCEAN OF GRIEF.

ocean of grief

Ήταν τέλος του 2017 όταν έπεσα πάνω στο Fortress of My Dark Self, το πρώτο EP της μπάντας που τότε έκλεινε ένα χρόνο ζωής. Εκείνη ήταν και η στιγμή που μετάνιωσα που δεν είχα προσέξει νωρίτερα τους συγκεκριμένους κύριους (και κυρία), παρόλο που είχα την ευκαιρία. Και αυτό γιατί μετά από καιρό είχα μπροστά μου μία doom/death μπαντα που με κράτησε κολλημένο στο ηχείο μου από την αρχή μέχρι το τέλος.

Στις αρχές του 2018 κυκλοφορούν τη πρώτη τους ολοκληρωμένη δουλειά με τίτλο Nightfall’s Lament. Τα θετικά δείγματα γραφής του EP εξαργυρώνονται και επιβεβαιώνουν αυτό που η μπάντα μας έλεγε από την αρχή και όλοι είχαμε ψιλιαστεί. Αυτό που φτάνει στα αυτιά μου δεν αποκλίνει στο ελάχιστο από αυτό που περίμενα να ακούσω: μεγαλοπρεπές death/doom, ντυμένο με μελωδικές γραμμές που σου χαράσσονται στο μυαλό με την πρώτη κιόλας ακρόαση.

Η ατμόσφαιρα που εκπέμπει ο δίσκος σίγουρα θυμίζει αρκετά και αγαπημένα ακούσματα. Ταυτόχρονα, όμως, η απαραίτητη φρεσκάδα που χρειάζεται για να το ξεχωρίσει από τις μάζες είναι εκεί. Έτσι, κατά σημεία μπορείς να διακρίνεις επιρροές από μπάντες όπως MY DYING BRIDE, ENSHINE, NOVEMBERS DOOM & DAYLIGHT DIES, που περασμένες από το χωνευτήρι των OCEAN OF GRIEF, ζυμώνονται σε ένα νέο συνονθύλευμα συναισθηματικής καταχνιάς.

Αργόσυρτα και mid-tempo riffs, μεστές κιθαριστικές μελωδίες, ακουστικά bridges και φυσικά τα trademark για το είδος φωνητικά, είναι τα τυπικά στοιχεία που περιμένει κανείς από μία μπάντα του είδους. Έτσι και εδώ. Στα χαρτιά τίποτα δεν ξεφεύγει από τη πεπατημένη, αλλά στην ουσία το αποτέλεσμα σε μαγνητίζει χωρίς να το καταλάβεις. Μην με ρωτήσετε γιατί. Είναι ίσως σαν τις συνταγές μαγειρικής. Τις ακολουθείς κατά γράμα, αλλά χρειάζεται και λίγο «μαγεία» για να πετύχεις κάτι το ξεχωριστό.

Τι και αν για το The Living Waters των LAST CHAPTER είχα γράψει ότι δεν ενδείκνυται για αποσπασματική ακρόαση; Για το NIGHTFALL’S LAMENT θα το επαναλάβω και θα το πάω ένα βήμα παραπέρα. Πατήστε, λοιπόν, το play και χαθείτε, άφοβα, στα πεδία της απόγνωσης και τη μελαγχολίας. Doom on…

LAST CHAPTER – The Living Waters

Το ημερολόγιο γράφει 1997. Η τεχνολογία των υπολογιστών καλπάζει ασταμάτητα. Τα ζωντανά χρώματα έχουν κατακλύσει τις οθόνες μας, και οι απανταχού teenagers «στεγνώνουν» τα μάτια τους μπροστά από τρισδιάστατα γραφικά δίχως αύριο.

Το τελευταίο ήταν και αυτό που δεν άφησε ασυγκίνητα κάποια παλικάρια στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Οι LAST CHAPTER, από το Τέξας των Ηνωμένων Πολιτειών, επιλέγουν μία τρισδιάστατη αισθητική προσέγγιση για το εικαστικό μέρος της πρώτης τους κυκλοφορίας. Καλή σκέψη, τίμια προσπάθεια, αλλά το αποτέλεσμα καταλήγει «άγουρο», για να μην πω άχαρο.

Φωτεινά χρώματα, αλλόκοτα τοπία, σκυθρωπές φιγούρες, ανύπαρκτο λογότυπο και βιβλικές αναφορές στον τίτλο, δεν είναι και ο καλύτερος τρόπος για να χτίσεις γέφυρα επικοινωνίας με τους επίδοξους ακροατές σου. Βλέποντας το εξώφυλλο για πρώτη φορά, φαντάστηκα πως έχω να κάνω με κάποια «πλαστική» power metal μπάντα της οκάς, ή ακόμα χειρότερα, με κάποιον ματαιόδοξο / βιρτουόζο / multitasking κιθαρίστα. Ξέρετε, από αυτούς που τα κάνουν όλα μόνοι τους γιατί «αυτοί ξέρουν».

Πόσο λάθος ήμουν.

Το THE LIVING WATERS, μετά από χρόνια πνευματικής πέψης (τς τς), έχει καταλήξει να αποτελεί για μένα ένα από τα highlights του ιδιώματος που ονομάζουμε doom metal. Παρόλα αυτά, θα πρέπει δυστυχώς να το κατατάξω στα «κρυμμένα διαμάντια», μιας και έχω την εντύπωση ότι ποτέ δεν έτυχε της πρέπουσας προσοχής από οπαδούς και τύπο. Φτάνει μόνο μια γρήγορη αναζήτηση για να διαπιστώσετε τη σχετική ανυπαρξία κριτικών και συνεντεύξεων altogether.

Κιθάρες βαριές και απέριττες, γυρίσματα που θα ζήλευαν αρκετές “prog” μπάντες του σήμερα και μπάσο-τύμπανα που φλερτάρουν με τη Sabbath λογική των πραγμάτων, είναι διάσπαρτα σε όλο τον δίσκο και αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των συνθέσεων. Η έξυπνη και ανα σημεία χρήση των πλήκτρων/guitar synth καταφέρνει να δώσει ένα ακόμα πιο σκοτεινό, και ίσως κλειστοφοβικό, τόνο στην όλη ατμόσφαιρα, χωρίς όμως να αλλιώνει τον αμιγώς doom χαρακτήρα του δίσκου. Τέλος, πίσω από το μικρόφωνο βρίσκεται ο ROBERT LOWE, ο οποίος φαίνεται πως βρήκε τον καλύτερο τρόπο για να παραμείνει “ζεστός” μεταξύ των Downfall και Adagio. Όπως είναι λογικό, απογειώνει το υλικό – χωρίς όμως να το επισκιάζει – προσδίδοντας έτσι αίγλη στο τελικό αποτέλεσμα.

Δεν θα σταθώ σε συγκεκριμένα κομμάτια του δίσκου μιας και θεωρώ ότι πρόκειται για ένα δίσκο που δεν προσφέρεται για αποσπασματική ακρόαση. Αν θες να πιάσεις το όλο feeling that is. Σε αυτό όμως που θέλω να σταθώ είναι στο γεγονός ότι οι LAST CHAPTER, παρά τον σύντομο βίο τους και τις μόλις δύο κυκλοφορίες στο ενεργητικό τους, κατάφεραν να απαντήσουν σε ένα ερώτημα που άλλοι συνάδελφοί τους με πλουσιότερο βιογραφικό, αποτυγχάνουν να απαντήσουν εδώ και χρόνια. Το ερώτημα; Πώς να δημιουργήσεις ένα doom metal δίσκο με χαρακτήρα χωρίς να ακουστείς σαν το 99% των συγκροτημάτων που υπάρχουν εκεί έξω. Ο “μπαμπάς” τους θα ήταν κάτι παραπάνω από περίφανος.